Connect with us

Πολιτική

Φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός: το παρόν και το μέλλον

Published

on

Των Ιωάννη Λεβεντίδη, Ευάγγελου Μελά, Κωνσταντίνου Πούλιου

Πρόσφατα η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) δημοσίευσε την έρευνά της για τα εισοδήματα και τις συνθήκες διαβίωσης των νοικοκυριών, έτους 2021. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού ανέρχεται σε 28,3% (2.971.200 άτομα) και παρουσιάζει αύξηση 0,9 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2020. Ωστόσο, μια δεύτερη προσεκτική ματιά σε αυτήν την έρευνα, μπορεί να αποκαλύψει ενδιαφέρουσες πληροφορίες.

Καταρχάς, η έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ αναφέρεται στα εισοδήματα του 2020. Συνεπώς, οι επιπτώσεις από το κύμα ακρίβειας και πληθωρισμού που βιώνουμε τους τελευταίους μήνες δεν εμφανίζονται στην εν λόγω μελέτη. Η αύξηση στις τιμές όλων των ειδών του σουπερμάρκετ και στις τιμές ενέργειας και καυσίμων επηρεάζει κυρίως τα φτωχότερα νοικοκυριά, τα οποία βλέπουν ένα σημαντικό ποσοστό του μηνιαίου εισοδήματος να έχει κάνει φτερά. Επομένως, χρειάζεται μία προσεκτική αποτίμηση των δεδομένων της ΕΛΣΤΑΤ για τη σωστή εκτίμηση του ποσοστού της φτώχειας στην Ελλάδα.

Θα ήταν επίσης χρήσιμο να αφιερώσουμε λίγο χρόνο σε κάποιους ορισμούς, ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα τα αποτελέσματα της έρευνας. Υπάρχει συγκεκριμένος ορισμός για τη φτώχεια, ο οποίος μάλιστα δεν μένει αναλλοίωτος, αλλά υπόκειται σε αναθεωρήσεις. Ο πληθυσμός σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό αποτελείται από τρεις ομάδες.

•    Πληθυσμός σε κίνδυνο φτώχειας: Αναφέρεται στο ποσοστό των ατόμων που ζουν σε νοικοκυριά των οποίων το συνολικό ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα είναι χαμηλότερο του 60% του εθνικού διάμεσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος. Δεν έχει σημασία να εξηγήσουμε τι εννοούμε με τον όρο “διάμεσος ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος”. Αυτό που έχει αξία είναι να αναφέρουμε ότι το κατώφλι της φτώχειας ανέρχεται στο ποσό των 5.251 ευρώ ετησίως (δηλαδή περίπου 438 ευρώ το μήνα) για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και 11.028 ευρώ ετησίως (δηλαδή 919 ευρώ μηνιαίως) για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο παιδιά κάτω των 14 ετών. Το ποσοστό των πολιτών σε κίνδυνο φτώχειας ανέρχεται σε 19,6% και παρουσιάζει αύξηση κατά 1,9 ποσοστιαίες μονάδες.

•    Πληθυσμός με υλικές και κοινωνικές στερήσεις: Υπάρχει ένας κατάλογος 13 βασικών αγαθών και υπηρεσιών (για παράδειγμα, αδυναμία πρόσβασης στο διαδίκτυο, αδυναμία αντικατάστασης φθαρμένων ρούχων, αδυναμία να ξοδεύει κάποιος χρήματα για τον εαυτό του σε εβδομαδιαία βάση κτλ. Ο αναγνώστης μπορεί εύκολα να βρει τον πλήρη κατάλογο στο διαδίκτυο.) Τα άτομα που στερούνται τουλάχιστον 7 από τον κατάλογο 13 υπηρεσιών και αγαθών θεωρούνται ότι αντιμετωπίζουν σοβαρές υλικές και κοινωνικές στερήσεις. Το ποσοστό αυτών των ατόμων ανέρχεται σε 13,9% σημειώνοντας πτώση σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα κατά 1 ποσοστιαία μονάδα.

•    Πληθυσμός που διαβιεί σε νοικοκυριά με χαμηλή ένταση εργασίας: Είναι τα άτομα ηλικίας 0-64 που ζουν σε νοικοκυριά των οποίων τα μέλη τους εργάστηκαν λιγότερο από 20% της συνήθους απασχόλησης κατά το προηγούμενο έτος. Οικονομικά ενεργά μέλη θεωρούνται τα μέλη του νοικοκυριού ηλικίας 18-64 ετών, ενώ νοικοκυριά που αποτελούνται μόνο από σπουδαστές κάτω των 25 ή άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω εξαιρούνται από τον υπολογισμό του δείκτη. Το ποσοστό αυτών των πολιτών ανέρχεται σε 13,6% και παρουσιάζει αύξηση κατά 1,8 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα.

Οι τρεις παραπάνω κατηγορίες δεν είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους. Ένα άτομο μπορεί να ανήκει σε μία, δύο ή ακόμη και στις τρεις ομάδες. Το ποσοστό 28,3% είναι το κομμάτι του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, με άλλα λόγια είναι τα άτομα που ανήκουν σε μία τουλάχιστον από τις τρεις αυτές ομάδες.

Ας μείνουμε λίγο παραπάνω στην πρώτη ομάδα, τους πολίτες εκείνους που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας και αποτελούν το 19,6% του πληθυσμού. Ίσως φαίνεται παράδοξο ότι σε παρόμοια έρευνα του 2008 (που αναφέρεται στα εισοδήματα του 2007, μια ομολογουμένως καλή χρονιά), το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 20%, δηλαδή περίπου το ίδιο. Αυτό συμβαίνει διότι τα ποσοστά αυτά αναφέρονται στη σχετική φτώχεια (φτωχός σε σχέση με τους άλλους). Με δεδομένο ότι τα εισοδήματά μας συνολικά κατακρημνίστηκαν την τελευταία δεκαετία και ακόμη δεν έχουν επανέλθει στα προ-κρίσης επίπεδα, προκύπτει ότι και το κατώφλι φτώχειας έχει μειωθεί κατά πολύ. Για παράδειγμα, ένας ιδιωτικός υπάλληλος καταστήματος που εργάζεται καθημερινά και οι καθαρές του αποδοχές είναι 550 ευρώ μηνιαίως δεν βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας με τα σημερινά δεδομένα (εκτός αν εμπίπτει στη δεύτερη κατηγορία, δηλαδή στον πληθυσμό με υλικές και κοινωνικές στερήσεις). Ο ίδιος υπάλληλος το 2008 πολύ πιθανό να θεωρούνταν σε κίνδυνο φτώχειας, παρά το γεγονός ότι σήμερα αντιμετωπίζει πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες. Αυτός είναι ο λόγος που τα ποσοστά είναι συγκρίσιμα με το 2008, παρόλο που στην κοινωνία κάτι τέτοιο δεν είναι εμφανές.

Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι πρωταθλήτριες στον κίνδυνο φτώχειας αναδεικνύονται περιοχές της επαρχίας, κυρίως η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, η Δυτική Ελλάδα, η Κεντρική Μακεδονία και άλλες. Στον αντίποδα, οι περιοχές με τα μικρότερα ποσοστά φτώχειας είναι η Αττική, η Κρήτη και το Νότιο Αιγαίο. Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι η διαφορά ανάμεσα στην Αττική (12,9%) και στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη (29%) είναι σχεδόν 16 ποσοστιαίες μονάδες. Αυτό δείχνει το μεγάλο βάρος που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι κάτοικοι της επαρχίας και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά τη χάραξη των επόμενων βημάτων οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ειδικά εν όψει του επόμενου χειμώνα που αναμένεται να είναι δύσκολος από πλευράς ενέργειας.

Όπως ήταν επίσης αναμενόμενο, το υψηλότερο επίπεδο μόρφωσης συμβάλλει στη μείωση του κινδύνου φτώχειας. Επομένως, η ενίσχυση της εκπαίδευσης (με συνέχιση των προσλήψεων, με αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, με αναδιάρθρωση του προγράμματος σπουδών) πρέπει να παραμένει σταθερά μια από τις βασικές προτεραιότητες της χώρας.

Ένα ακόμη στοιχείο που αξίζει να επισημανθεί είναι η συμβολή των συντάξεων και των κοινωνικών επιδομάτων στον περιορισμό της φτώχειας. Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας πριν τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (συντάξεις και επιδόματα) ανέρχεται σε 48,2%, δηλαδή περίπου ένας στους δύο πολίτες. Αν συμπεριλάβουμε μόνο τις συντάξεις (και όχι τα επιδόματα) στο συνολικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, τότε το αντίστοιχο ποσοστό μειώνεται στο 24,7%, δηλαδή έχουμε μείωση κατά 23,5 ποσοστιαίες μονάδες. Το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να διαβαστεί με δύο τρόπους. Από τη μία, δείχνει πόσο σημαντικές είναι οι συντάξεις για τα ελληνικά νοικοκυριά. Από την άλλη όμως, η τόση μεγάλη εξάρτηση από τις συντάξεις δεν αποτελεί καλό οιωνό για τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της οικονομίας.

Τέλος, αν συνυπολογίσουμε και τα κοινωνικά επιδόματα (τέκνων, ανεργίας, ασθένειας, αναπηρίας, στέγασης, θέρμανσης, ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα κτλ), τότε το ποσοστό φτώχειας από 24,7% πέφτει στο 19,6%, δηλαδή έχουμε πτώση κατά 5,1 ποσοστιαίες μονάδες (η οποία μεταφράζεται σε πάνω από μισό εκατομμύριο πολίτες). Αυτά τα δεδομένα συνηγορούν υπέρ της σημασίας και της αξίας που έχει η κοινωνική πολιτική, όχι μόνο για τους ανθρώπους εκείνους που βρίσκονται κάτω από το κατώφλι της φτώχειας, αλλά γενικά για όσους λαμβάνουν τα επιδόματα και για την κοινωνική συνοχή. Δεν πρέπει, επίσης, να ξεχνάμε ότι τα φτωχότερα νοικοκυριά ξοδεύουν το σύνολο του εισοδήματός τους στην κάλυψη των βασικών αναγκών. Συνεπώς, δεν έχουν καμία δυνατότητα αποταμίευσης ή άλλων παρεμβάσεων που θα τους εξασφάλιζαν χαμηλότερο κόστος διαβίωσης.

Όπως αναφέρθηκε και στην αρχή, η έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ αφορά τα εισοδήματα του έτους 2020, συνεπώς δεν έχει ενσωματώσει τον αντίκτυπο από την αύξηση του πληθωρισμού και την εκτίναξη στις τιμές των τροφίμων και της ενέργειας. Συνεπώς, το ποσοστό των πολιτών που αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού είναι πιθανό να αυξηθεί και το ερώτημα που τίθεται είναι τι μπορεί να γίνει ώστε να αναστραφεί αυτή η πορεία στο μέτρο του εφικτού. Το δεδομένο είναι ότι λύσεις με κάποιο μαγικό ραβδί δεν υπάρχουν. Απαιτείται εγρήγορση, σχεδιασμός και προνοητικότητα. Τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες: βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.

Στα βραχυπρόθεσμα μέτρα συγκαταλέγονται τα διάφορα κοινωνικά επιδόματα, όπως θέρμανσης, καυσίμων, ενέργειας κτλ. Η σημασία αυτών των επιδομάτων έγινε φανερή από ποσοστά που αναφέρθηκαν προηγουμένως και είναι ακόμη πιο μεγάλη η σημασία τους για τη ζωή και την διαβίωση των αποδεκτών. Υπάρχει, ωστόσο, ένας περιορισμός. Δεν ζούμε στη δεκαετία του 2000, όταν η χώρα μας μπορούσε να δανείζεται φθηνά και το έκανε πάνω από τις δυνατότητές της. Είμαστε πλέον υποχρεωμένοι να κινούμαστε στα πλαίσια των δημοσιονομικών δυνατοτήτων μας χωρίς να επιτρέψουμε εκτροχιασμούς. Επιπλέον, με δεδομένο ότι τα τελευταία χρόνια οι κρίσεις διαδέχονται η μία την άλλη, είμαστε υποχρεωμένοι να προβλέψουμε και να διαθέτουμε εφεδρείες, οι οποίες θα χρησιμοποιηθούν σε μια έκτακτη περίπτωση.

Τα μεσοπρόθεσμα μέτρα θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν αύξηση σε μισθούς και συντάξεις και γίνονται αναγκαία διότι η κρίση του πληθωρισμού διαρκεί περισσότερο από όσο περίμεναν οι αισιόδοξες εκτιμήσεις. Και εδώ βεβαίως ισχύουν οι περιορισμοί που αναφέραμε προηγουμένως. Συνεπώς, μια αύξηση στα όρια του πληθωρισμού είναι αδύνατη. Ωστόσο, μια αύξηση στα πλαίσια των δημοσιονομικών δυνατοτήτων θα ήταν ένα μέτρο μόνιμου χαρακτήρα (σε αντίθεση με πολλά επιδόματα) και θα βοηθούσε εργαζομένους και συνταξιούχους οι οποίοι έχουν βιώσει τις συνέπειες της ακρίβειας.

Τέλος, οφείλουμε να λάβουμε μέτρα με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον. Από το 2010 και μετά, έχουμε ζήσει μια πρωτόγνωρη κατάσταση με διαδοχικές κρίσεις: οικονομική κρίση, πληθωρισμός, ακρίβεια, αύξηση των τιμών της ενέργειας, γεωπολιτικές κρίσεις. Δυστυχώς, οι προβλέψεις για το μέλλον δεν είναι ευχάριστες. Οι εκτιμήσεις για την παγκόσμια οικονομία δεν είναι ευοίωνες, η κλιματική αλλαγή αναμένεται να δημιουργεί συνεχώς καινούριες προκλήσεις, ενώ οι κινήσεις στη γεωπολιτική σκακιέρα φαίνεται ότι είναι ακόμη στην αρχή τους. Συνεπώς, οφείλουμε να θωρακιστούμε απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις. Αυτό μπορεί να γίνει με επενδύσεις στην τεχνολογία, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στην εξέλιξη της γεωργικής και κτηνοτροφικής παραγωγής. Οι κινήσεις αυτές δεν έχουν μεγάλο δημοσιονομικό κόστος. Μικρές αλλά σταθερές επενδύσεις στο παρόν μπορούν να μας προσφέρουν μεγάλα οφέλη στο μέλλον.

Φυσικά, δεν τρέφουμε αυταπάτες ότι έχουμε ως χώρα τη δυναμική να γίνουμε παγκόσμιοι πρωταγωνιστές στον τομέα της τεχνολογίας, της ενέργειας, των τροφίμων και της χρήσης υδάτινων πόρων. Ωστόσο, όσο πιο αυτάρκεις είμαστε και όσο πιο νωρίς έχουμε ξεκινήσει τον προγραμματισμό και τις κινήσεις μας στους παραπάνω τομείς, τόσο μεγαλύτερο θα είναι το κέρδος μας τα επόμενα χρόνια. Αν μείνουμε ουραγοί των εξελίξεων, θα έρθουμε αντιμέτωποι με πολλά και σημαντικά προβλήματα, πιο σοβαρά και δύσκολα από όσα βιώνουμε σήμερα. Η διαφαινόμενη λύση είναι μία πολιτική που να σχεδιάζει τα επόμενα βήματά της με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα και όχι μία πολιτική που να απαντά εκ των υστέρων στα προβλήματα που αναφύονται με τρόπο αποσπασματικό και συνεπώς ημιτελή.

* Ιωάννης Λεβεντίδης, Ευάγγελος Μελάς, Κωνσταντίνος Πούλιος – Τμήμα Οικονομικών Επιστημών, ΕΚΠΑ.

 

 

 

 

 

 

 

 

Πολιτική

Ντόρα Μπακογιάννη: «Υπάρχουν υπουργοί που έχουν κουράσει – Να ξεκαβαλικέψουν»

Published

on

Δύο δημόσιες παρεμβάσεις από τη Ντόρα Μπακογιάννη και τον Δημήτρη Καιρίδη έφεραν στο προσκήνιο το ζήτημα της συμπεριφοράς κυβερνητικών στελεχών, με κοινή αναφορά σε φαινόμενα «αλαζονείας» και με σαφές μήνυμα προς το εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας.

Η συζήτηση για φαινόμενα αλαζονείας στο εσωτερικό της κυβέρνησης άνοιξε με ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τρόπο η Ντόρα Μπακογιάννη, η οποία κάλεσε υπουργούς που, κατά την εκτίμησή της, εμφανίζουν ανάλογες συμπεριφορές να «ξεκαβαλικέψουν». Λίγο αργότερα, σε παρόμοιο τόνο κινήθηκε και ο Δημήτρης Καιρίδης, χαρακτηρίζοντας την αλαζονεία ένα από τα σημαντικά προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίσει η Νέα Δημοκρατία.

Μιλώντας στον ΣΚΑΪ, η Ντόρα Μπακογιάννη αναφέρθηκε στη φθορά που δημιουργεί η πολυετής παραμονή στην εξουσία, σημειώνοντας ότι έπειτα από οκτώ χρόνια «υπάρχουν άνθρωποι που έχουν κουράσει». Παράλληλα, υποστήριξε ότι στις σημερινές συνθήκες δεν διακρίνει αξιόπιστη εναλλακτική κυβερνητική πρόταση, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη πολιτικής σταθερότητας μέσα στο σημερινό διεθνές και γεωπολιτικό περιβάλλον.

Ωστόσο, η βουλευτής της ΝΔ δεν απέφυγε την κριτική προς το εσωτερικό της κυβερνητικής παράταξης.

«Βλέπω αλαζονεία σε υπουργούς του Μητσοτάκη και θα έλεγα να ξεκαβαλικέψουνε», ανέφερε, προσθέτοντας ότι τέτοια φαινόμενα «θα πρέπει να κοπούνε και άμεσα». Η Ντόρα Μπακογιάννη δεν κατονόμασε τα κυβερνητικά στελέχη στα οποία αναφερόταν.

Στο ίδιο μήκος κύματος ο Καιρίδης

Ιδιαίτερη πολιτική σημασία αποκτά το γεγονός ότι ανάλογη τοποθέτηση έκανε και ο Δημήτρης Καιρίδης.

Σε συνέντευξή του στα Παραπολιτικά 90,1, όταν ρωτήθηκε ποιο θεωρεί το μεγαλύτερο πρόβλημα της Νέας Δημοκρατίας, απάντησε ότι είναι «ο κακός μας εαυτός», βάζοντας στη συζήτηση τα φαινόμενα αλαζονείας.

Διευκρίνισε μάλιστα ότι αναφέρεται σε πολιτικά στελέχη της παράταξης και υπογράμμισε ότι, ανεξάρτητα από τη δημοσκοπική εικόνα της αντιπολίτευσης, τέτοιες συμπεριφορές δεν δικαιολογούνται.

Το μήνυμά του ήταν χαρακτηριστικό: «Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα στην πολιτική από την αλαζονεία και τον ελιτισμό», επισημαίνοντας ότι η προσοχή πρέπει να παραμένει στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι πολίτες.

Και ο Δημήτρης Καιρίδης κατέληξε με μια φράση σχεδόν ταυτόσημη με εκείνη της Ντόρας Μπακογιάννη: «Όσοι καβαλικεύουν, να ξεκαβαλικέψουν και να προχωρήσουμε όλοι μαζί μπροστά».

Οι δύο τοποθετήσεις καταγράφονται σε μια περίοδο κατά την οποία δημοσιεύματα αναφέρονται σε γκρίνια και διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της κυβερνητικής παράταξης, ενώ η δημόσια συζήτηση για την κυβερνητική φθορά έχει ενταθεί μετά από περισσότερα από επτά χρόνια διακυβέρνησης της ΝΔ.

Η αντίδραση Μπαλατσούκα

Στις δηλώσεις Μπακογιάννη αντέδρασε ο Γιώργος Μπαλατσούκας, αναπληρωτής εκπρόσωπος Τύπου της Συμπαράταξης, ο οποίος επιχείρησε να αξιοποιήσει πολιτικά την εσωκομματική κριτική.

Σε ανάρτησή του ανέφερε ότι, όταν ένα κορυφαίο στέλεχος της ΝΔ μιλά για «αλαζόνες υπουργούς», «εμείς δεν έχουμε πολλά να προσθέσουμε», σχολιάζοντας ακόμη ότι «έστω και με καθυστέρηση, άρχισαν να γνωρίζονται μεταξύ τους».

Ο ίδιος υποστήριξε ότι η αλαζονεία δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό αλλά, κατά την άποψή του, χαρακτηριστικό της σημερινής κυβέρνησης, καταλήγοντας με τη φράση: «Δεν τους ξέφυγε η εξουσία. Τους μέθυσε».

Οι παρεμβάσεις Μπακογιάννη και Καιρίδη, πάντως, μεταφέρουν πλέον τη συζήτηση για την κυβερνητική φθορά και στο εσωτερικό της ίδιας της Νέας Δημοκρατίας. Χωρίς να αμφισβητούν την κυβερνητική επιλογή ή την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη, και οι δύο έστειλαν δημόσιο μήνυμα προς στελέχη της παράταξης ότι συμπεριφορές που οι ίδιοι χαρακτηρίζουν αλαζονικές πρέπει να σταματήσουν.

.

.

Continue Reading

Πολιτική

Πολιτική «βόμβα» στα Δυτικά – Δήμαρχος φέρεται να έχει συμφωνήσει με τον Αντώνη Σαμαρά

Published

on

Μια πληροφορία με ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον φτάνει στη «Δικαιοσύνη Σήμερα» και, εφόσον επιβεβαιωθεί, αναμένεται να προκαλέσει έντονες συζητήσεις στη Δυτική Αθήνα.

Σύμφωνα με πληροφορίες μας, εν ενεργεία δήμαρχος μεγάλου δήμου του Δυτικού Τομέα της Αθήνας βρίσκεται σε προχωρημένες συζητήσεις με τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά, με αντικείμενο τη συμμετοχή του στο ψηφοδέλτιο του υπό διαμόρφωση πολιτικού εγχειρήματος στον Δυτικό Τομέα.

Οι πληροφορίες που έχουν φτάσει στη «Δικαιοσύνη Σήμερα» κάνουν λόγο ακόμη και για συμφωνία που έχει ουσιαστικά διαμορφωθεί, χωρίς ωστόσο μέχρι αυτή τη στιγμή να υπάρχει επίσημη ανακοίνωση από καμία πλευρά.

Πρόκειται για αυτοδιοικητικό πρόσωπο με πολυετή παρουσία, ισχυρή αναγνωρισιμότητα και σημαντική διαδρομή στη Δυτική Αθήνα, γεγονός που –εφόσον τελικά επιβεβαιωθεί η πληροφορία– θα προσδώσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη διαμόρφωση του ψηφοδελτίου του Δυτικού Τομέα.

Άλλωστε, το τελευταίο διάστημα οι διεργασίες γύρω από το πολιτικό εγχείρημα του Αντώνη Σαμαρά εμφανίζονται ιδιαίτερα έντονες, με τις πληροφορίες να κάνουν λόγο για επαφές και συζητήσεις με πρόσωπα από την πολιτική και την αυτοδιοίκηση.

Το όνομα του δημάρχου, για την ώρα, δεν το δημοσιοποιούμε.

Η «Δικαιοσύνη Σήμερα» παρακολουθεί το παρασκήνιο και θα επανέλθει όταν υπάρξουν περισσότερα στοιχεία ή επίσημες τοποθετήσεις.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι στη Δυτική Αθήνα φαίνεται πως αρχίζουν να κινούνται τα κομμάτια μιας νέας πολιτικής παρτίδας.

.

.

Continue Reading

Πολιτική

Θύελλα για τη δήλωση Μαρινάκη: Επίδομα ανεργίας δύο μηνών δεν υπάρχει πουθενά στην Ευρώπη – Αντιδράσεις ακόμη και μέσα στη ΝΔ

Published

on

Πολιτική θύελλα, αλλά και σοβαρές αναταράξεις στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας, έχει προκαλέσει η δήλωση του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη ότι, κατά την προσωπική του άποψη, το επίδομα ανεργίας δεν θα πρέπει να καταβάλλεται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο μηνών.

Μια τοποθέτηση που άνοιξε αιφνιδιαστικά ένα εξαιρετικά ευαίσθητο κοινωνικό ζήτημα και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, όχι μόνο από τα κόμματα της αντιπολίτευσης και συνδικαλιστικούς φορείς, αλλά ακόμη και από στελέχη της ίδιας της κυβερνητικής παράταξης.

Ο κ. Μαρινάκης υποστήριξε ότι μετά από ένα διάστημα το επίδομα ανεργίας θα μπορούσε να μετατρέπεται σε επιδότηση εργασίας, με τα χρήματα να κατευθύνονται στη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των επιχειρήσεων, προκειμένου να ενισχυθούν οι προσλήψεις.

Το πρόβλημα, ωστόσο, βρίσκεται στην ίδια τη βάση της πρότασης: το επίδομα ανεργίας δεν είναι ένα απλό προνοιακό βοήθημα που χαρίζει το κράτος. Είναι ασφαλιστικό και ανταποδοτικό δικαίωμα των εργαζομένων, οι οποίοι καταβάλλουν εισφορές ακριβώς για να έχουν προστασία όταν βρεθούν χωρίς εργασία.

Αυτό ακριβώς έσπευσε να υπενθυμίσει και η ίδια η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως, παίρνοντας σαφείς αποστάσεις από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο. Η υπουργός ξεκαθάρισε ότι η πρόταση αποτελεί προσωπική άποψη του κ. Μαρινάκη, δεν αποτελεί θέση του υπουργείου Εργασίας και δεν αποτελεί θέση της κυβέρνησης, επισημαίνοντας παράλληλα τον ασφαλιστικό και ανταποδοτικό χαρακτήρα του επιδόματος.

Οι αντιδράσεις, όμως, δεν σταμάτησαν εκεί. Στο εσωτερικό της ΝΔ καταγράφηκαν διαφορετικές φωνές, με τον Στέλιο Πέτσα να χαρακτηρίζει τη δήλωση άστοχη και να επισημαίνει τη σύγχυση που προκαλεί, την ώρα που άλλα στελέχη, όπως ο Μάκης Βορίδης, εμφανίστηκαν πιο κοντά στη λογική της επανεξέτασης της επιδοματικής πολιτικής.

Το αποτέλεσμα είναι ένα ζήτημα που παρουσιάστηκε αρχικά ως «προσωπική άποψη» να έχει μετατραπεί σε αντικείμενο ανοιχτής πολιτικής αντιπαράθεσης ακόμη και μέσα στο κυβερνών κόμμα.

Τι συμβαίνει όμως στην υπόλοιπη Ευρώπη;

Εδώ τα συγκριτικά στοιχεία αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Στον πίνακα με τη μέγιστη διάρκεια καταβολής επιδόματος ανεργίας στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν υπάρχει ούτε μία από τις χώρες που καταγράφονται στην οποία το ανώτατο όριο να είναι δύο μήνες.

Στην Αυστρία το επίδομα μπορεί να φθάνει έως τους 12 μήνες, στη Δανία τους 24, στη Γερμανία τους 24, στην Ιταλία τους 24, στην Ισπανία τους 24 και στην Πορτογαλία τους 26 μήνες. Στη Γαλλία, ανάλογα με την ηλικία και την περίπτωση, η διάρκεια μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερη.

Ακόμη και στις χώρες με πολύ μικρότερη διάρκεια, τα όρια παραμένουν πάνω από την πρόταση των δύο μηνών: στην Κύπρο και τη Σλοβακία έως έξι μήνες, στη Λετονία και τη Λιθουανία έως εννέα, ενώ η Ουγγαρία, που βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο του συγκεκριμένου συγκριτικού πίνακα, φθάνει τους τρεις μήνες.

Στην Ελλάδα η τακτική επιδότηση ανεργίας μπορεί σήμερα να φθάσει έως τους 12 μήνες, ανάλογα βεβαίως με τις προϋποθέσεις και τα απαιτούμενα ένσημα.

Με άλλα λόγια, η πρόταση για ανώτατη διάρκεια μόλις δύο μηνών θα τοποθετούσε την Ελλάδα κάτω ακόμη και από τη χαμηλότερη διάρκεια που εμφανίζεται στον συγκεκριμένο ευρωπαϊκό πίνακα.

Και αυτό δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα:

Γιατί να ανοίγει στην Ελλάδα μια συζήτηση για περιορισμό της προστασίας του ανέργου σε επίπεδο που δεν συναντάται ούτε στις υπόλοιπες χώρες του συγκεκριμένου ευρωπαϊκού συγκριτικού πίνακα;

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, μετά τον θόρυβο που προκλήθηκε, επανήλθε υποστηρίζοντας ότι η θέση του παρουσιάστηκε «μισή», ότι πρόκειται αποκλειστικά για προσωπική άποψη και ότι δεν υπάρχει σχετικός κυβερνητικός σχεδιασμός. Τόνισε μάλιστα ότι δεν πρότεινε να εγκαταλείπεται ο άνεργος μετά τους δύο μήνες, αλλά να εξετάζεται η μετατροπή της επιδότησης ανεργίας σε επιδότηση εργασίας.

Οι διευκρινίσεις, ωστόσο, δεν έκλεισαν τη συζήτηση.

Γιατί όταν μια τέτοια πρόταση διατυπώνεται από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο και υφυπουργό παρά τω Πρωθυπουργώ, δύσκολα περνά απαρατήρητη ως μία απλή προσωπική σκέψη.

Και κυρίως γιατί πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν άνθρωποι: εργαζόμενοι που μπορεί από τη μια ημέρα στην άλλη να χάσουν τη δουλειά τους, οικογένειες με ενοίκια και δάνεια, εργαζόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας που δυσκολεύονται να επιστρέψουν άμεσα στην αγορά εργασίας και άνθρωποι που επί χρόνια καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές.

Ο άνεργος δεν είναι εξ ορισμού κάποιος που δεν θέλει να εργαστεί. Και το επίδομα ανεργίας δεν είναι χαρτζιλίκι. Είναι το δίχτυ ασφαλείας για το οποίο ο ίδιος ο εργαζόμενος έχει πληρώσει όσο εργαζόταν.

Η συζήτηση που άνοιξε ο κ. Μαρινάκης, αντί λοιπόν να περάσει στα ψιλά, φαίνεται πως θα έχει συνέχεια. Και η ένταση των αντιδράσεων –ακόμη και στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας– δείχνει ότι το ζήτημα αγγίζει ένα όριο που για μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια απλή άσκηση οικονομικής πολιτικής.

.

.

Continue Reading

ΟΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ

[3d-flip-book mode="thumbnail-lightbox" id="104108"][/3d-flip-book] [3d-flip-book mode="thumbnail-lightbox" id="104149"][/3d-flip-book] [3d-flip-book mode="thumbnail-lightbox" id="104080"][/3d-flip-book] [3d-flip-book mode="thumbnail-lightbox" id="107772"][/3d-flip-book]

RADIO LIVE

ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ

Ετικέτες

Δημοφιλή