Μια ουσιαστική και, σε αρκετές στιγμές, αιχμηρή συζήτηση για τη Δικαιοσύνη, την ανεξαρτησία των δικαστών, τις παρεμβάσεις της εκτελεστικής εξουσίας και την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς αναπτύχθηκε στην Αγία Βαρβάρα, κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Αντώνη Ρουπακιώτη «Ανατομία της Δικαστικής Εξουσίας – Αλήθειες και μύθοι».
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο Κέντρο Λόγου και Τέχνης «Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ», με πρωτοβουλία του Δήμου Αγίας Βαρβάρας και του δημάρχου Λάμπρου Μίχου, ο οποίος είχε και τον συντονισμό της συζήτησης.
Στο πάνελ βρέθηκαν, μαζί με τον Αντώνη Ρουπακιώτη, ο επίτιμος Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Μπρακουμάτσος, ο καθηγητής Εγκληματολογίας και πρώην υπουργός Γιάννης Πανούσης και ο δικηγόρος Θεόδωρος Σχινάς.

Λάμπρος Μίχος: «Η υπόθεση της Δικαιοσύνης είναι για όλους»
Ανοίγοντας τη συζήτηση, ο Λάμπρος Μίχος έδωσε από την πρώτη στιγμή το στίγμα της εκδήλωσης, επισημαίνοντας ότι η Δικαιοσύνη δεν αποτελεί υπόθεση αποκλειστικά των νομικών και των δικαστικών λειτουργών.
«Η υπόθεση της Δικαιοσύνης είναι για όλους», υπογράμμισε, εξηγώντας γιατί επέλεξε να μεταφέρει τη συζήτηση γύρω από το βιβλίο του Αντώνη Ρουπακιώτη «στη γειτονιά μας».
Ο δήμαρχος Αγίας Βαρβάρας αναφέρθηκε με θερμά λόγια στον συγγραφέα, με τον οποίο τον συνδέει μακρά προσωπική σχέση, χαρακτηρίζοντάς τον άνθρωπο διακριτικό και σεμνό, αλλά ταυτόχρονα «σκληρό στην υποστήριξη των απόψεων και των ιδεών του».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην ιστορική διαδρομή της ελληνικής Δικαιοσύνης, σημειώνοντας ότι η πορεία της είναι στενά συνδεδεμένη με την πορεία της Δημοκρατίας στη χώρα. Από τη δίκη του Κολοκοτρώνη και τον Εθνικό Διχασμό έως τη δικτατορία και τη Μεταπολίτευση, το βιβλίο, όπως τόνισε, φωτίζει κρίσιμες περιόδους και υποθέσεις.
Ο Λάμπρος Μίχος στάθηκε ιδιαίτερα στην έννοια της «παρρησίας»: όχι απλώς στην ελευθερία να εκφράζει κάποιος τη γνώμη του, αλλά στην τόλμη «να ξεσκεπάσεις μια απάτη, να σπάσεις τη σιωπή, να αντιταχθείς σε ένα ψέμα». Αφιέρωσε μάλιστα τη βραδιά στους δικαστές που, χωρίς δημοσιότητα, τίμησαν τη θέση, τον όρκο και τη σχέση τους με τη Δικαιοσύνη.

Μπρακουμάτσος: Η εξωτερική και η εσωτερική ανεξαρτησία του δικαστή
Ο Παναγιώτης Μπρακουμάτσος επικέντρωσε σημαντικό μέρος της παρέμβασής του στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και ειδικότερα στη διάκριση ανάμεσα στη θεσμική και την εσωτερική ανεξαρτησία του δικαστή.
Όπως επισήμανε, η συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Το δυσκολότερο ζήτημα, όμως, είναι η «εσωτερική ανεξαρτησία»: κατά πόσο δηλαδή ένας δικαστής μπορεί να απομονώσει όσα έχει προηγουμένως ακούσει, διαβάσει ή σχηματίσει στο μυαλό του για μια μεγάλη υπόθεση και να κρίνει αποκλειστικά με βάση το Σύνταγμα, τον νόμο και όσα προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία.
Αναφέρθηκε επίσης στο σύστημα επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, παρουσιάζοντας διαφορετικά ευρωπαϊκά μοντέλα και θέτοντας το ζήτημα της ισχυρότερης θεσμικής νομιμοποίησης της διαδικασίας. Όπως σημείωσε, η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στην επίκληση της «αξιοκρατίας», καθώς η ίδια η έννοια επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες.

Πανούσης: «Μην τα ρίχνουμε όλα στους θεσμούς»
Ο Γιάννης Πανούσης προσέγγισε το ζήτημα από τη σκοπιά της κοινωνίας και της σχέσης της με τη Δικαιοσύνη. Έθεσε το ερώτημα όχι μόνο πώς λειτουργεί η Δικαιοσύνη, αλλά και πώς την αντιλαμβάνεται ο πολίτης.
Κατά την τοποθέτησή του, ακόμη και μια νομικά ορθή απόφαση δεν αρκεί για να ενισχύσει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, εάν η κοινωνία έχει πάψει να πιστεύει ότι το σύστημα λειτουργεί δίκαια.
Παράλληλα, προειδοποίησε απέναντι στην εύκολη γενίκευση ότι «φταίνε οι θεσμοί», υπογραμμίζοντας ότι θεσμοί μπορούν να λειτουργήσουν διαφορετικά ανάλογα με τα πρόσωπα που τους υπηρετούν.
Έκανε επίσης εκτενή αναφορά στη διαφθορά, την οποία περιέγραψε ως πολύ πιο σύνθετο φαινόμενο από μια απλή σχέση μεταξύ εκείνου που διαφθείρει και εκείνου που διαφθείρεται, καθώς γύρω από αυτήν μπορούν να υπάρχουν τρίτοι που ωφελούνται ή διευκολύνουν τη λειτουργία της.
Κεντρικό σημείο της παρέμβασής του ήταν ότι ο δικαστής βρίσκεται ανάμεσα στον νόμο, την κοινή γνώμη και την πολιτική εξουσία. Δεν μπορεί να υπακούει στην πολιτική εξουσία ούτε να αποφασίζει με γνώμονα το πλήθος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι λειτουργεί αποκομμένος από την κοινωνία στην οποία ζει.

Θεόδωρος Σχινάς: «Η Δικαιοσύνη αφορά τον πολίτη και την κοινωνία»
Ο Θεόδωρος Σχινάς συνεχάρη τον Λάμπρο Μίχο για την πρωτοβουλία να πραγματοποιηθεί μια τέτοια συζήτηση στην Αγία Βαρβάρα, τονίζοντας ότι πρέπει να «σπάσει ο μύθος» πως η Δικαιοσύνη αποτελεί υπόθεση μόνο των ειδικών και των νομικών.
Χαρακτήρισε το βιβλίο έργο για «τη Δικαιοσύνη και τη Δημοκρατία» και στάθηκε ιδιαίτερα στη διαχρονική καταγραφή προσώπων και γεγονότων.
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η αναφορά του στην ανάγκη διαφάνειας στο εσωτερικό του δικαστικού συστήματος, αλλά και στη διαδικασία επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Έθεσε ερωτήματα για τον τρόπο λειτουργίας των Ανώτατων Δικαστικών Συμβουλίων και υποστήριξε ότι η κοινωνία δεν μπορεί να βρίσκεται έξω από τη συζήτηση για τη λειτουργία ενός θεσμού που επηρεάζει άμεσα τα δικαιώματα των πολιτών.
Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρθηκε και σε υποθέσεις που έχουν προκαλέσει έντονη δημόσια συζήτηση, υποστηρίζοντας ότι η εμπιστοσύνη προς τη Δικαιοσύνη δοκιμάζεται όταν δημιουργείται στην κοινωνία η αίσθηση ότι σοβαρές υποθέσεις δεν ερευνώνται μέχρι τέλους.

Ρουπακιώτης: «Οι κυβερνήσεις ισχύουν στο δικαστικό σώμα»
Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον συγκέντρωσε, όπως ήταν αναμενόμενο, η παρέμβαση του ίδιου του Αντώνη Ρουπακιώτη.
Ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης ξεκίνησε από ένα θεμελιώδες ερώτημα: εάν, ύστερα από περίπου δύο αιώνες λειτουργίας του ελληνικού κράτους, εξακολουθούμε να συζητάμε για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, τότε «κάτι δεν πάει καλά».
Κατά τον ίδιο, το δικαστικό σύστημα παρακολουθεί την εξέλιξη και την ποιότητα της Δημοκρατίας. Όταν η Δημοκρατία λειτουργεί με αξιοπιστία και κύρος, ενισχύεται και η εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη.
Ο Αντώνης Ρουπακιώτης δεν απέφυγε τις δύσκολες πλευρές της συζήτησης. Μίλησε για την επιρροή που μπορεί να ασκεί η εκάστοτε κυβέρνηση στο δικαστικό σώμα και έθεσε στο επίκεντρο το ισχύον σύστημα επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.
«Οι κυβερνήσεις ισχύουν στο δικαστικό σώμα. Ισχύουν», ανέφερε χαρακτηριστικά, υποστηρίζοντας ότι πολιτικά και ιδεολογικά κριτήρια μπορούν να επηρεάζουν επιλογές.
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε στο γεγονός ότι η ηγεσία των ανώτατων δικαστηρίων επιλέγεται από την κυβέρνηση, ενώ άσκησε κριτική και στο κλειστό σύστημα διοίκησης του δικαστικού σώματος, θέτοντας ζήτημα ευρύτερης κοινωνικής συμμετοχής και ελέγχου.
Παράλληλα, όμως, απέρριψε τη συλλογική απαξίωση των δικαστών. Υπογράμμισε ότι υπάρχουν πολλοί δικαστικοί λειτουργοί που εργάζονται με ευσυνειδησία, αγωνιούν και βασανίζονται προκειμένου να απονείμουν Δικαιοσύνη.
Ακριβώς εκεί βρίσκεται και μία από τις κεντρικές ιδέες του βιβλίου: να εγκαταλειφθούν οι εύκολοι μύθοι — είτε εκείνοι που παρουσιάζουν τη Δικαιοσύνη ως έναν απολύτως ανεπηρέαστο μηχανισμό είτε εκείνοι που την αντιμετωπίζουν συνολικά ως εξαρτημένη.

Μια συζήτηση που ξεπέρασε τα όρια μιας βιβλιοπαρουσίασης
Η βραδιά στην Αγία Βαρβάρα εξελίχθηκε τελικά σε κάτι πολύ περισσότερο από την τυπική παρουσίαση ενός βιβλίου.
Δικαστές, νομικοί, πανεπιστημιακοί, πολιτικά και αυτοδιοικητικά πρόσωπα και πολίτες συμμετείχαν σε μια συζήτηση που έφερε στο προσκήνιο ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα για τη λειτουργία της Δημοκρατίας: ποιος ελέγχει τη Δικαιοσύνη, πώς προστατεύεται η ανεξαρτησία της και, κυρίως, πώς ξανακερδίζεται η εμπιστοσύνη του πολίτη.
Και ίσως αυτό να ήταν τελικά το ισχυρότερο μήνυμα της εκδήλωσης: ότι η συζήτηση για τη Δικαιοσύνη δεν μπορεί να παραμένει κλεισμένη στις δικαστικές αίθουσες και στα νομικά συνέδρια. Αφορά κάθε πολίτη που κάποια στιγμή θα αναζητήσει το δίκιο του και, τελικά, αφορά την ίδια την ποιότητα της Δημοκρατίας.

Παρεμβάσεις από Ρένα Δούρου, Μπάμπη Αλεξανδράτο και Μανώλη Φωτάκη
Ξεχωριστό ενδιαφέρον είχε και το μέρος της εκδήλωσης κατά το οποίο η συζήτηση άνοιξε προς το ακροατήριο, δίνοντας την ευκαιρία σε παριστάμενους να καταθέσουν τις δικές τους απόψεις γύρω από τη Δικαιοσύνη, τη λειτουργία των θεσμών και τα ζητήματα που έθεσε το βιβλίο του Αντώνη Ρουπακιώτη.
Τον λόγο πήρε, μεταξύ άλλων, οι βουλεύτριες ΠΑΣΟΚ Νάντια Γιαννακοπούλου και ΣΥΡΙΖΑ Ρένα Δούρου, καταθέτοντας τη δική τους παρέμβαση στη συζήτηση, όπως επίσης και ο Αντιπεριφερειάρχης Μπάμπης Αλεξανδράτος.
Παρέμβαση έκανε και ο δικηγόρος Μανώλης Φωτάκης, με αφορμή την υπόθεση του Σήφη Βαλυράκη. Μάλιστα, ο Λάμπρος Μίχος αναφέρθηκε δημόσια στη συμβολή του στη συγκεκριμένη υπόθεση, καλώντας το ακροατήριο να τον χειροκροτήσει για την επιμονή και τη δουλειά του.
Οι παρεμβάσεις που ακολούθησαν τις κεντρικές ομιλίες έδωσαν ακόμη μεγαλύτερο εύρος στον διάλογο και επιβεβαίωσαν τον χαρακτήρα της βραδιάς ως μιας ανοιχτής δημόσιας συζήτησης για τη Δικαιοσύνη και τη Δημοκρατία, πέρα από τα στενά όρια μιας τυπικής βιβλιοπαρουσίασης.

.
.
