Σε κλίμα βαθιάς συγκίνησης, συγγενείς, φίλοι, συνεργάτες, άνθρωποι του καλλιτεχνικού κόσμου και πλήθος πολιτών αποχαιρέτησαν το μεσημέρι της Παρασκευής 28 Αυγούστου τον Δημήτρη Κόκοτα.
Η Εξόδιος Ακολουθία τελέστηκε στον Ιερό Ναό Παναγίας Ελεούσας στην Αγία Βαρβάρα, την πόλη με την οποία ο αγαπημένος τραγουδιστής είχε συνδέσει ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής του.
Από νωρίς, άνθρωποι που τον γνώρισαν και τον αγάπησαν άρχισαν να καταφθάνουν στον ναό για να του πουν το τελευταίο «αντίο», ενώ δεκάδες στεφάνια από φίλους, καλλιτέχνες, συνεργάτες και φορείς είχαν κατακλύσει τον χώρο.

Συγκλόνισε η Κατερίνα Πετράκη
Οι πιο δύσκολες στιγμές ήταν για τη σύζυγό του, Κατερίνα Πετράκη, και την κόρη τους, Ριάνα, που αποχαιρέτησαν τον δικό τους άνθρωπο ύστερα από δυόμισι χρόνια μιας εξαιρετικά δύσκολης μάχης.
Η Κατερίνα Πετράκη, η γυναίκα που στάθηκε καθημερινά στο πλευρό του σε όλη τη διάρκεια της περιπέτειας της υγείας του, συγκλόνισε με τα λόγια του αποχαιρετισμού της.
«Εδώ μέσα βρίσκεται το σώμα που γνώρισα. Η ψυχή όμως που αγάπησα, που ερωτεύτηκα κι είναι η μισή μου ζωή, είναι μαζί μας», ανέφερε, ευχαριστώντας τον Δημήτρη για το μεγαλύτερο δώρο που της άφησε, το παιδί τους.
«Είχα την ευλογία να είμαι εγώ η γυναίκα που ήταν δίπλα. Θα μας προσέχει από εκεί», είπε, σε μια από τις πιο φορτισμένες στιγμές της τελετής.
Ιδιαίτερα συγκινητικός ήταν και ο αποχαιρετισμός της αδελφής του, η οποία μίλησε για τον αδελφό που θα της λείπει κάθε μέρα και ευχαρίστησε δημόσια την Κατερίνα για το γεγονός ότι στάθηκε δίπλα του μέχρι το τέλος.

Λάμπρος Μίχος: «Ένας πρίγκηπας στα στενά της πόλης»
Με έναν ιδιαίτερα προσωπικό και συγκινητικό επικήδειο αποχαιρέτησε τον Δημήτρη Κόκοτα και ο Δήμαρχος Αγίας Βαρβάρας, Λάμπρος Μίχος.
«Ένας πρίγκηπας στα στενά της πόλης», ήταν η φράση με την οποία σκιαγράφησε την παρουσία του Δημήτρη Κόκοτα στην Αγία Βαρβάρα.
Ο Δήμαρχος μίλησε για έναν άνθρωπο κομψό, λιγομίλητο και διακριτικό, που δεν επεδίωκε να βρίσκεται στο επίκεντρο, αλλά ήταν παρών στην καθημερινότητα της πόλης και των ανθρώπων της.
«Αγάπησε τη γυναίκα του, την πόλη που ζούσε και όλους τους ανθρώπους γύρω της», ανέφερε μεταξύ άλλων ο Λάμπρος Μίχος, κλείνοντας με μια φράση που συμπύκνωσε τη συγκίνηση της ημέρας:
«Ο Δημήτρης ήταν πολλά, αλλά η ζωή του ήταν λίγη».

Η Αγία Βαρβάρα τίμησε τον Δημήτρη Κόκοτα
Τα έξοδα της κηδείας ανέλαβε ο Δήμος Αγίας Βαρβάρας, ως ελάχιστο φόρο τιμής στη μνήμη του.
Στην Εξόδιο Ακολουθία βρέθηκαν πολλοί γνωστοί φίλοι και συνάδελφοι του Δημήτρη Κόκοτα. Ανάμεσά τους ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Στέλιος Διονυσίου και ο Χάρης Βαρθακούρης, με τους οποίους είχε πραγματοποιήσει το 2013 παγκόσμια περιοδεία προς τιμήν των πατεράδων τους.
Το «παρών» έδωσαν ακόμη, μεταξύ άλλων, η Αντελίνα Βαρθακούρη, ο Γιώργος Θεοφάνους, ο Φοίβος, ο Διονύσης Σχοινάς, η Πηνελόπη Αναστασοπούλου, η Νάντια Γιαννακοπούλου, ο Γιάννης Πλούταρχος, ο Νίκος Βουρλιώτης, η Σάντρα Βουτσά, ο Γιώργος Λεμπέσης, ο Βασίλης Σαλέας, ο Νίκος Κοκλώνης και ο Τρύφωνας Σαμαράς, ο Μπάμπης Καραθάνος, Ο Χαράλαμπος Αλεξανδράτος και σύσσωμο το Δημοτικό Συμβούλιο της Αγίας Βαρβάρας.

Άνθρωποι της μουσικής που μοιράστηκαν μαζί του σκηνές και στιγμές, φίλοι μιας ολόκληρης ζωής, αλλά και άνθρωποι της Αγίας Βαρβάρας στάθηκαν μαζί για το ύστατο χαίρε.
Ο Δημήτρης Κόκοτας έφυγε από τη ζωή στις 25 Αυγούστου, σε ηλικία 57 ετών, έπειτα από τη μεγάλη περιπέτεια της υγείας του που ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2024.
Για δυόμισι χρόνια έδωσε τη δική του δύσκολη μάχη, έχοντας συνεχώς στο πλευρό του την οικογένειά του.
Το μεσημέρι της Παρασκευής, η Αγία Βαρβάρα τον αποχαιρέτησε όπως άρμοζε σε έναν άνθρωπο που, πέρα από το γνωστό όνομα και τη διαδρομή του στο ελληνικό τραγούδι, είχε γίνει ένας δικός της άνθρωπος.

Ο επικήδιος του δημάρχου Λάμπρου Μίχου
Ένας Πρίγκιπας στα σοκάκια της Αγίας Βαρβάρας
Τέτοιον τίτλο θα έβαζα στην πρώτη είδηση που μου ήρθε πως ο Δημήτρης Κόκοτας ζούσε δίπλα μας, σε μια ταπεινή γειτονιά της πόλης!
Από την Κηφισιά στην Αγία Βαρβάρα; Το σύνηθες ήταν το αντίθετο.
Δεν ήρθε πάνω σε άσπρο άλογο αλλά ήταν ξεχωριστός.
Αλαφροπάτητος, κομψός, λιγομίλητος, ευγενής, σεμνός, σχεδόν ντροπαλός, συναινούσε, κουνώντας αργά το όμορφο κεφάλι του με τα γκριζιασμένα μαλλιά και με εκείνη την ήρεμη σιγουριά του ανθρώπου που ξέρει τι κάνει. Και ήταν έτσι!
Εμείς βρεθήκαμε εδώ από συγκυρία και από ανάγκη και δεθήκαμε με τον τόπο μας μετά. Εκείνος ήρθε εδώ από επιλογή.
Αγάπησε τη γυναίκα του, τον τόπο που εκείνη ζούσε με το παιδί τους και όλους εμάς!
Εκεί που συναθροιστήκαμε όσοι νοιώθαμε την υποχρέωση να δουλέψουμε για τον τόπο μας ήρθε και στάθηκε πίσω πίσω, αθόρυβα, διακριτικά, όπως έκανε πάντα, όπως ήταν μάλλον το φυσικό του και μας έκανε νεύμα, που σήμαινε: Μετρήστε με και εμένα.
Εσύ τι μπορείς να κάνεις; Εγώ δεν ξέρω κάτι άλλο, μουσικός είμαι! Αλλά λογαριάστε με εργάτη γιατί θέλω να βοηθήσω κι εγώ.
Σχεδόν αφανής στις εκδηλώσεις, στις συναθροίσεις των γονιών στο σχόλασμα των παιδιών, σχεδόν αόρατος.
Στο σφίξιμο των χεριών μόνο καταλάβαινες ότι το εννοούσε πως ήρθε εδώ για να μείνει και να ζήσει μαζί μας αλλιώς. Αλλιώς σε σχέση με ό,τι θα απαιτούσε η λάμψη των στιγμών και το βαρύ του όνομα, πράγματα που δεν τα πρόβαλε και δεν τα λογάριασε ποτέ, στην εδώ παρουσία του.
Ζήτησε, μετά την εκλογή του ως δημοτικού συμβούλου, να του αναθέσω το χαρτοφυλάκιο της φροντίδας των ηλικιωμένων και του το έδωσα.
Την επομένη κιόλας ξεκίνησε επισκέψεις στα σπιτικά των ωφελούμενων στο πρόγραμμα βοήθεια στο σπίτι, των άρρωστων, των φτωχών, των μοναχικών.
Η χαρά που πρόσφερε στους ηλικιωμένους ήταν πρωτοφανής, απερίγραπτη!
Φερόταν σαν να χρώσταγε κάτι και έπρεπε να το ξεπληρώσει.
Δεν ήθελε να φαίνεται ότι δίνει κάτι χαριστικά.
Η ζωή του όμως ήταν μικρή.
Σαν η μοίρα να τον τιμωρούσε, που αρνήθηκε τους κανόνες της τάξης του.
Άφησε όμως μία παρακαταθήκη ευπρέπειας, δοτικότητας, σεμνότητας, ταπεινότητας, ήθους.
Στην γκρίζα ζωή που βρέθηκε για 880 ημέρες δοκιμάστηκαν και οι ορισμοί της υπέρβασης από το σθένος και τη δύναμη της γυναίκας του, που μας έκανε να θεωρούμε ότι η πίστη από μόνη της μπορούσε να ανατρέψει και τους κανόνες της επιστήμης.
Η σχέση μας μαζί του είναι πιο δυναμική, πιο ζεστή, πιο τρυφερή γιατί δεν ήταν δικός μας εξ αρχής και ζήτησε να γίνει χωρίς όμως να προλάβουμε να τον ευχαριστηθούμε, ούτε εκείνος να απολαύσει όσα έλπισε από τον αμπελώνα που φύτεψε.
Έτσι όμως μέσα στην αγάπη της οικογένειάς του, την αφειδώλευτη αγάπη και την εκτίμηση των φίλων και συνεργατών του γράφτηκε το τέλος της ζωής του αλλά όχι ακόμη η ληξιαρχική πράξη τέλους της εδώ παρουσίας του.
Στις πολιτιστικές εκδηλώσεις μας πάντα, ζητούσα ένα δυνατό χειροκρότημα, να φτάσει έως το νοσοκομείο για να το ακούσει ο Δημήτρης και ο κόσμος ανταποκρινόταν με τόσο πάθος, που ο ήχος μαζί με την αγάπη του κόσμου έφτανε στο Γεννηματάς.
Αυτό που θέλω με ισχυρή πεποίθηση να σας πω, είναι ότι ο Δημήτρης άκουγε και τώρα ακούει και είναι εδώ!


.
.
.
