Πολιτική θύελλα, αλλά και σοβαρές αναταράξεις στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας, έχει προκαλέσει η δήλωση του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη ότι, κατά την προσωπική του άποψη, το επίδομα ανεργίας δεν θα πρέπει να καταβάλλεται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο μηνών.
Μια τοποθέτηση που άνοιξε αιφνιδιαστικά ένα εξαιρετικά ευαίσθητο κοινωνικό ζήτημα και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, όχι μόνο από τα κόμματα της αντιπολίτευσης και συνδικαλιστικούς φορείς, αλλά ακόμη και από στελέχη της ίδιας της κυβερνητικής παράταξης.
Ο κ. Μαρινάκης υποστήριξε ότι μετά από ένα διάστημα το επίδομα ανεργίας θα μπορούσε να μετατρέπεται σε επιδότηση εργασίας, με τα χρήματα να κατευθύνονται στη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των επιχειρήσεων, προκειμένου να ενισχυθούν οι προσλήψεις.
Το πρόβλημα, ωστόσο, βρίσκεται στην ίδια τη βάση της πρότασης: το επίδομα ανεργίας δεν είναι ένα απλό προνοιακό βοήθημα που χαρίζει το κράτος. Είναι ασφαλιστικό και ανταποδοτικό δικαίωμα των εργαζομένων, οι οποίοι καταβάλλουν εισφορές ακριβώς για να έχουν προστασία όταν βρεθούν χωρίς εργασία.
Αυτό ακριβώς έσπευσε να υπενθυμίσει και η ίδια η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως, παίρνοντας σαφείς αποστάσεις από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο. Η υπουργός ξεκαθάρισε ότι η πρόταση αποτελεί προσωπική άποψη του κ. Μαρινάκη, δεν αποτελεί θέση του υπουργείου Εργασίας και δεν αποτελεί θέση της κυβέρνησης, επισημαίνοντας παράλληλα τον ασφαλιστικό και ανταποδοτικό χαρακτήρα του επιδόματος.
Οι αντιδράσεις, όμως, δεν σταμάτησαν εκεί. Στο εσωτερικό της ΝΔ καταγράφηκαν διαφορετικές φωνές, με τον Στέλιο Πέτσα να χαρακτηρίζει τη δήλωση άστοχη και να επισημαίνει τη σύγχυση που προκαλεί, την ώρα που άλλα στελέχη, όπως ο Μάκης Βορίδης, εμφανίστηκαν πιο κοντά στη λογική της επανεξέτασης της επιδοματικής πολιτικής.
Το αποτέλεσμα είναι ένα ζήτημα που παρουσιάστηκε αρχικά ως «προσωπική άποψη» να έχει μετατραπεί σε αντικείμενο ανοιχτής πολιτικής αντιπαράθεσης ακόμη και μέσα στο κυβερνών κόμμα.
Τι συμβαίνει όμως στην υπόλοιπη Ευρώπη;
Εδώ τα συγκριτικά στοιχεία αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Στον πίνακα με τη μέγιστη διάρκεια καταβολής επιδόματος ανεργίας στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν υπάρχει ούτε μία από τις χώρες που καταγράφονται στην οποία το ανώτατο όριο να είναι δύο μήνες.
Στην Αυστρία το επίδομα μπορεί να φθάνει έως τους 12 μήνες, στη Δανία τους 24, στη Γερμανία τους 24, στην Ιταλία τους 24, στην Ισπανία τους 24 και στην Πορτογαλία τους 26 μήνες. Στη Γαλλία, ανάλογα με την ηλικία και την περίπτωση, η διάρκεια μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερη.
Ακόμη και στις χώρες με πολύ μικρότερη διάρκεια, τα όρια παραμένουν πάνω από την πρόταση των δύο μηνών: στην Κύπρο και τη Σλοβακία έως έξι μήνες, στη Λετονία και τη Λιθουανία έως εννέα, ενώ η Ουγγαρία, που βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο του συγκεκριμένου συγκριτικού πίνακα, φθάνει τους τρεις μήνες.
Στην Ελλάδα η τακτική επιδότηση ανεργίας μπορεί σήμερα να φθάσει έως τους 12 μήνες, ανάλογα βεβαίως με τις προϋποθέσεις και τα απαιτούμενα ένσημα.
Με άλλα λόγια, η πρόταση για ανώτατη διάρκεια μόλις δύο μηνών θα τοποθετούσε την Ελλάδα κάτω ακόμη και από τη χαμηλότερη διάρκεια που εμφανίζεται στον συγκεκριμένο ευρωπαϊκό πίνακα.
Και αυτό δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα:
Γιατί να ανοίγει στην Ελλάδα μια συζήτηση για περιορισμό της προστασίας του ανέργου σε επίπεδο που δεν συναντάται ούτε στις υπόλοιπες χώρες του συγκεκριμένου ευρωπαϊκού συγκριτικού πίνακα;
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, μετά τον θόρυβο που προκλήθηκε, επανήλθε υποστηρίζοντας ότι η θέση του παρουσιάστηκε «μισή», ότι πρόκειται αποκλειστικά για προσωπική άποψη και ότι δεν υπάρχει σχετικός κυβερνητικός σχεδιασμός. Τόνισε μάλιστα ότι δεν πρότεινε να εγκαταλείπεται ο άνεργος μετά τους δύο μήνες, αλλά να εξετάζεται η μετατροπή της επιδότησης ανεργίας σε επιδότηση εργασίας.
Οι διευκρινίσεις, ωστόσο, δεν έκλεισαν τη συζήτηση.
Γιατί όταν μια τέτοια πρόταση διατυπώνεται από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο και υφυπουργό παρά τω Πρωθυπουργώ, δύσκολα περνά απαρατήρητη ως μία απλή προσωπική σκέψη.
Και κυρίως γιατί πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν άνθρωποι: εργαζόμενοι που μπορεί από τη μια ημέρα στην άλλη να χάσουν τη δουλειά τους, οικογένειες με ενοίκια και δάνεια, εργαζόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας που δυσκολεύονται να επιστρέψουν άμεσα στην αγορά εργασίας και άνθρωποι που επί χρόνια καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές.
Ο άνεργος δεν είναι εξ ορισμού κάποιος που δεν θέλει να εργαστεί. Και το επίδομα ανεργίας δεν είναι χαρτζιλίκι. Είναι το δίχτυ ασφαλείας για το οποίο ο ίδιος ο εργαζόμενος έχει πληρώσει όσο εργαζόταν.
Η συζήτηση που άνοιξε ο κ. Μαρινάκης, αντί λοιπόν να περάσει στα ψιλά, φαίνεται πως θα έχει συνέχεια. Και η ένταση των αντιδράσεων –ακόμη και στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας– δείχνει ότι το ζήτημα αγγίζει ένα όριο που για μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια απλή άσκηση οικονομικής πολιτικής.
.
.
