Στην Ολομέλεια της Βουλής, στη συζήτηση του Νομοσχεδίου για τις αλλαγές στον εργασιακό νόμο, τοποθετήθηκε, τη Δευτέρα 14 Ιουνίου 2021, η Βουλευτής του Κινήματος Αλλαγής Νάντια Γιαννακοπούλου.
Ξεκινώντας την ομιλία της, η βουλευτής αναφέρθηκε στο γεγονός πως ο ισχύον εργασιακός νόμος είχε ψηφιστεί από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το 1982, κατείχε πρωτοποριακό και καινοτόμο χαρακτήρα και για το λόγο αυτό κατάφερε να διατηρηθεί σε ισχύ όλα αυτά τα χρόνια. Σαφώς, όμως, χρειάζεται αλλαγή πλαισίου λόγω της 4ης βιομηχανικής επανάστασης, αλλά και της περαιτέρω επιτάχυνσης των τεχνολογικών εξελίξεων λόγω της πανδημίας.
Επιπλέον, δεν παρέλειψε να αναφέρει ορισμένα στατιστικά στοιχεία για τη δύσκολη κατάσταση που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν χιλιάδες εργαζόμενοι, που τέθηκαν σε καθεστώς αναστολής κατά την περίοδο της πανδημίας. Όπως, επίσης, αναφέρθηκε και στο φόβο που επικρατεί στο σύνολο της αγοράς για απολύσεις και αύξηση της ανεργίας, αφού επιχειρήσεις δεν κατάφεραν να ανοίξουν εκ νέου ή πολλές απ’ αυτές που άνοιξαν δεν είναι σε θέση να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους.
Η κα Γιαννακοπούλου, εισερχόμενη στην ουσία του σχεδίου νόμου, τόνισε ότι το θέμα δεν είναι αν υπάρχει ανάγκη αλλαγών αλλά ποιων αλλαγών. Το εργασιακό νομοσχέδιο που προβάλλεται σαν μεγάλη μεταρρύθμιση δεν χαρακτηρίζεται από τη ματιά του στο μέλλον.
Στη συνέχεια, αναφέρθηκε συνοπτικά και σε ορισμένες θετικές διατάξεις του Σχεδίου Νόμου. Πράγματι κάποιες ρυθμίσεις είναι θετικές, όπως ότι ο ΟΑΕΔ θα καλύπτει τις γονικές άδειες για δύο μήνες, η καθιέρωση της άδειας πατρότητας, η κύρωση της σύμβασης 190, για μέτρα για τη βία και για την παρενόχληση στους χώρους εργασίας και βέβαια η διάταξη για την ψηφιακή κάρτα εργασίας, την οποία εισήγαγε πρώτη η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ πιλοτικά το 2010 και αποτελούσε πάγιο αίτημα της ΓΣΕΕ να εφαρμοστεί καθολικά.
Όμως, η βουλευτής τόνισε ότι δεν είναι αυτές που δίνουν τον τόνο και το νομοσχέδιο χαρακτηρίζεται από την απουσία κάθε πρόβλεψης αντιμετώπισης της αδήλωτης εργασίας, μια τεράστια γάγγραινα ή και της παιδικής εργασίας που συνδέεται με τη σχολική διαρροή. Επίσης, το σχέδιο νόμου χαρακτηρίζεται από τη διευκόλυνση των απολύσεων χωρίς ουσιαστική αιτία μέσα σε μια κρίσιμη περίοδο στη μετά κορωνοϊό εποχή. Χαρακτηρίζεται και από την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας καθιστώντας χιλιάδες εργαζόμενους ομήρους στον εργοδότη, σε μια χώρα που οι μικρές επιχειρήσεις και οι ατομικές συμβάσεις είναι ένα τεράστιο ποσοστό επί του συνόλου.
Κλείνοντας, η βουλευτής συνόψισε τα αρνητικά αποτελέσματα που θα επιφέρει το νομοσχέδιο: την απορρύθμιση της αγοράς, την ύπαρξη έντασης φαινομένων αυθαιρεσίας από τους εργοδότες, τον κίνδυνο εκτίναξης της ανεργίας, αποτελούν ορισμένα ζητήματα που θα οδηγήσουν σε περαιτέρω ανισότητες.
Τέλος, αναφερόμενη προς τον Υπουργό τόνισε ότι αυτό που χρειαζόταν ήταν μία σοβαρή διαβούλευση ώστε να καταλήξει η Ολομέλεια της Βουλής, μέσα από μια διευρυμένη κοινωνική συμφωνία σε ένα νέον σύγχρονο, προοδευτικό, δίκαιο πλαίσιο εργασίας.
Μπορείτε να παρακολουθήσετε το βίντεο της τοποθέτησης στο:
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της τοποθέτησης:
Ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε.
Κύριε Υπουργέ, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ο εργασιακός νόμος που ισχύει σήμερα είναι ουσιαστικά ο νόμος που ψήφισε η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το 1982. Πρόκειται για ένα σπάνιο γεγονός όσον αφορά στην αντοχή ενός νόμου με βάση την ελληνική εμπειρία κάτι που δείχνει τον πρωτοποριακό και τον καινοτόμο χαρακτήρα εκείνης της ρύθμισης εκείνο τον καιρό. Ωστόσο από τότε πέρασαν σχεδόν 40 χρόνια. Έχουν μεσολαβήσει συγκλονιστικές αλλαγές στην παραγωγή, στην εργασία. Το διαδίκτυο, η τηλεργασία, οι πλατφόρμες, οι μεγάλες αλλαγές που έρχονται με γρήγορους ρυθμούς λόγω της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης και της ρομποτικής φέρνουν ήδη ανατροπές.
Χρειάζονται, επομένως, αλλαγές στο υπάρχον πλαίσιο οι οποίες θα βλέπουν μπροστά, οι οποίες θα αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις του μέλλοντος, αλλά βεβαίως και τα ήδη ανοιχτά προβλήματα τα οποία υπάρχουν. Σε όλα αυτά προστέθηκε και η περαιτέρω επιτάχυνση των εξελίξεων λόγω της πανδημίας και των αλλαγών οι οποίες επήλθαν. Παράλληλα επήλθε και η σημαντική επιβάρυνση στην επισφάλεια των εργαζομένων λόγω της κρίσης του κορωνοϊού. Η κοινωνία και οι εργαζόμενοι βρέθηκαν μπροστά σε μια πάρα πολύ δύσκολη περίοδο αφού περισσότεροι από εξακόσιες χιλιάδες εργαζόμενοι βρέθηκαν σε καθεστώς αναστολής λαμβάνοντας μόνο το ειδικό επίδομα των 534 ευρώ. Επίσης, μέσα σε αυτή την περίοδο όπου μπαίνουμε σιγά σιγά σε μια κανονικότητα -αν μπορούμε να το πούμε- το εισόδημα των εργαζομένων υπέστη σημαντικές μειώσεις που για ένα μεγάλο ποσοστό ήταν πάνω από το 60% των αποδοχών προ της κρίσης.
Όλα αυτά, λοιπόν, τα δεδομένα οδηγούν σε έναν ακόμη μεγαλύτερο φόβο για απολύσεις, για αύξηση της ανεργίας αφού πολλές επιχειρήσεις είτε δεν άνοιξαν ή κάποιες από αυτές οι οποίες κατάφεραν να ανοίξουν δυστυχώς δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα. Η κύρια συζήτηση, λοιπόν, μέσα σε όλο αυτό το πλαίσιο το οποίο έχει διαμορφωθεί, είναι η αναζήτηση λύσεων με το βλέμμα στραμμένο πάντα στο μέλλον.
Το εργασιακό νομοσχέδιο και ο διάλογος γύρω από αυτό αφορά κυρίως στη ρύθμιση ζητημάτων για την προστασία των δικαιωμάτων και την βελτίωση των συνθηκών της μισθωτής εργασίας αλλά δυστυχώς σε καμία περίπτωση, κύριε Υπουργέ, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των επερχόμενων αλλαγών. Όταν όλες οι σχετικές μελέτες συμφωνούν, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ότι μέχρι το έτος 2030 θα υπάρχει μόνο το 15%-20% των θέσεων εργασίας με το ίδιο αντικείμενο που έχουν σήμερα και ότι ο κάθε μισθωτός θα αλλάξει τρεις ή τέσσερις φορές ειδικότητα στον εργασιακό βίο, αντιλαμβάνεται κανείς ότι χρειάζεται να υιοθετήσουμε μια διαφορετική αντίληψη και να κάνουμε ένα νέο συνολικό σχεδιασμό. Χρειάζεται μάλιστα, κύριε Υπουργέ, ένας σχεδιασμός οποίος δεν θα αφορά μόνο την εργασία αλλά θα αφορά επίσης και στο εκπαιδευτικό σύστημα συνολικά καθώς επίσης και στα δημόσια και τα ιδιωτικά προγράμματα διαρκούς επιμόρφωσης και επαγγελματικού προσανατολισμού.
Το θέμα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει ανάγκη αλλαγών αλλά ποιων αλλαγών. Το εργασιακό νομοσχέδιο που προβάλλεται σαν μεγάλη μεταρρύθμιση δεν χαρακτηρίζεται από τη ματιά του στο μέλλον. Οι τεχνολογικές αλλαγές μπορεί να επιφέρουν μείωση θέσεων εργασίας παγκόσμια μέχρι και 20%-30% σύμφωνα με μελέτες. Γιατί, επομένως, κύριε Υπουργέ, αναρωτιέμαι, δεν ανοίγει ο διάλογος για μείωση των ωρών εργασίας, για παράδειγμα, με σταθεροποίηση όμως των μισθών; Αυτή θα είναι η μεγάλη πρόκληση για το μέλλον. Θα μπορούσε κάποιος να αναφέρει και πολλά ακόμα παραδείγματα.
Ο κύριος Υπουργός επικαλείται τις θετικές ρυθμίσεις που περιλαμβάνει το νομοσχέδιο. Πράγματι κάποιες ρυθμίσεις είναι θετικές. Ποιος θα μπορούσε να δει αρνητικά ότι ο ΟΑΕΔ θα καλύπτει τις γονικές άδειες για δύο μήνες, για τον πατέρα και για τη μητέρα και για την καθιέρωση της άδειας πατρότητας. Ποιος μπορεί να πει ότι είναι αρνητικά τα μέτρα για την κύρωση της σύμβασης 190, για μέτρα για τη βία και για την παρενόχληση στους χώρους εργασίας; Το ίδιο ισχύει και για διατάξεις οι οποίες κατοχυρώνουν τα συνδικαλιστικά δικαιώματα αυτών που δουλεύουν σαν ντελίβερι και κούριερ και τις ρυθμίσεις για να καλύπτονται σε θέματα υγείας και ασφάλειας από τις επιχειρήσεις, τις διατάξεις για την τηλεργασία και για το δικαίωμα στην αποσύνδεση και βεβαίως τη διάταξη για την ψηφιακή κάρτα εργασίας, την οποία εισήγαγε πρώτη η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ πιλοτικά το 2010. Ήταν τότε πάγιο αίτημα της ΓΣΕΕ να εφαρμοστεί καθολικά.
Είναι όμως αυτές οι ρυθμίσεις οι κεντρικές οι οποίες δίνουν τον τόνο στο νομοσχέδιο; Ασφαλώς και όχι. Και λυπάμαι γιατί αυτό αποτελεί μία χαμένη ευκαιρία. Το νομοσχέδιο χαρακτηρίζεται κυρίως από την απουσία κάθε πρόβλεψης αντιμετώπισης της αδήλωτης εργασίας, μια τεράστια γάγγραινα ή και της παιδικής εργασίας που συνδέεται με τη σχολική διαρροή. Χαρακτηρίζεται από τη διευκόλυνση των απολύσεων χωρίς ουσιαστική αιτία μέσα σε μια κρίσιμη περίοδο στη μετά κορωνοϊό εποχή, όπου χιλιάδες επιχειρήσεις και εκατοντάδες θέσεις εργασίας βρίσκονται σε απίστευτη επισφάλεια. Αυτή είναι η πραγματικότητα, κύριε Υπουργέ.
Χαρακτηρίζεται από την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας καθιστώντας χιλιάδες εργαζόμενους ομήρους στον εργοδότη, σε μια χώρα που οι μικρές επιχειρήσεις και οι ατομικές συμβάσεις είναι ένα τεράστιο ποσοστό επί του συνόλου.
Υπάρχει πραγματικά -και αναρωτιέμαι, κύριε Υπουργέ- εχέφρων άνθρωπος, που μπορεί να πιστεύει ότι ένας απροστάτευτος ουσιαστικά εργαζόμενος μπορεί να διαπραγματευτεί ισότιμα με τον εργοδότη του για ζητήματα ωραρίου, για ζητήματα ελαστικοποίησης του, για τα θέματα των υπερωριών, για τον τρόπο πληρωμής του; Γιατί όποιος πραγματικά το πιστεύει, τότε μάλλον είναι επηρεασμένος από τη μεταφυσική.
Ας το πούμε λοιπόν καθαρά. Με το νομοσχέδιο αυτό θα υπάρχει απορρύθμιση της αγοράς, θα υπάρχει ένταση φαινομένων αυθαιρεσίας από τους εργοδότες, θα υπάρχει κίνδυνος εκτίναξης της ανεργίας, ακόμη και αν έχουμε αύξηση της ανάπτυξης. Θα υπάρχουν κοντολογίς πολύ μεγαλύτερες ανισότητες.
Σημαίνει αυτό, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ότι δεν πρέπει να δούμε τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν και να προσφύγουμε σε στρουθοκαμηλισμό; Όχι. Αλλά επιτέλους, κύριε Υπουργέ, ας διαβουλευτούμε σοβαρά σε αυτήν τη χώρα ώστε να καταλήξουμε μέσα από μια διευρυμένη κοινωνική συμφωνία σε ένα νέον σύγχρονο, προοδευτικό, δίκαιο –δίκαιο- πλαίσιο εργασίας.
Κλείνω με μια αναφορά που διάβασα και σημειωνόταν σε ένα άρθρο πρόσφατα, ότι η πρωτομαγιά στο Σικάγο θα συνεχίζει να συμβολίζει την επαναστατική για την εποχή της κατοχύρωση της οκτάωρης εργασίας. Σήμερα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, οι εργαζόμενοι χρειάζονται ένα νέο ψηφιακό Σικάγο, ώστε να διεκδικήσουν τη συμμετοχή και να διασφαλίσουν τα δικαιώματά τους στη σύγχρονη αγορά εργασίας. Οι ανθρώπινες γνώσεις και οι δεξιότητες είναι το κεφάλαιο, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, στην εποχή της Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης.
Μια πληροφορία με ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον φτάνει στη «Δικαιοσύνη Σήμερα» και, εφόσον επιβεβαιωθεί, αναμένεται να προκαλέσει έντονες συζητήσεις στη Δυτική Αθήνα.
Σύμφωνα με πληροφορίες μας, εν ενεργεία δήμαρχος μεγάλου δήμου του Δυτικού Τομέα της Αθήνας βρίσκεται σε προχωρημένες συζητήσεις με τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά, με αντικείμενο τη συμμετοχή του στο ψηφοδέλτιο του υπό διαμόρφωση πολιτικού εγχειρήματος στον Δυτικό Τομέα.
Οι πληροφορίες που έχουν φτάσει στη «Δικαιοσύνη Σήμερα» κάνουν λόγο ακόμη και για συμφωνία που έχει ουσιαστικά διαμορφωθεί, χωρίς ωστόσο μέχρι αυτή τη στιγμή να υπάρχει επίσημη ανακοίνωση από καμία πλευρά.
Πρόκειται για αυτοδιοικητικό πρόσωπο με πολυετή παρουσία, ισχυρή αναγνωρισιμότητα και σημαντική διαδρομή στη Δυτική Αθήνα, γεγονός που –εφόσον τελικά επιβεβαιωθεί η πληροφορία– θα προσδώσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη διαμόρφωση του ψηφοδελτίου του Δυτικού Τομέα.
Άλλωστε, το τελευταίο διάστημα οι διεργασίες γύρω από το πολιτικό εγχείρημα του Αντώνη Σαμαρά εμφανίζονται ιδιαίτερα έντονες, με τις πληροφορίες να κάνουν λόγο για επαφές και συζητήσεις με πρόσωπα από την πολιτική και την αυτοδιοίκηση.
Το όνομα του δημάρχου, για την ώρα, δεν το δημοσιοποιούμε.
Η «Δικαιοσύνη Σήμερα» παρακολουθεί το παρασκήνιο και θα επανέλθει όταν υπάρξουν περισσότερα στοιχεία ή επίσημες τοποθετήσεις.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι στη Δυτική Αθήνα φαίνεται πως αρχίζουν να κινούνται τα κομμάτια μιας νέας πολιτικής παρτίδας.
Πολιτική θύελλα, αλλά και σοβαρές αναταράξεις στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας, έχει προκαλέσει η δήλωση του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη ότι, κατά την προσωπική του άποψη, το επίδομα ανεργίας δεν θα πρέπει να καταβάλλεται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο μηνών.
Μια τοποθέτηση που άνοιξε αιφνιδιαστικά ένα εξαιρετικά ευαίσθητο κοινωνικό ζήτημα και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, όχι μόνο από τα κόμματα της αντιπολίτευσης και συνδικαλιστικούς φορείς, αλλά ακόμη και από στελέχη της ίδιας της κυβερνητικής παράταξης.
Ο κ. Μαρινάκης υποστήριξε ότι μετά από ένα διάστημα το επίδομα ανεργίας θα μπορούσε να μετατρέπεται σε επιδότηση εργασίας, με τα χρήματα να κατευθύνονται στη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των επιχειρήσεων, προκειμένου να ενισχυθούν οι προσλήψεις.
Το πρόβλημα, ωστόσο, βρίσκεται στην ίδια τη βάση της πρότασης: το επίδομα ανεργίας δεν είναι ένα απλό προνοιακό βοήθημα που χαρίζει το κράτος. Είναι ασφαλιστικό και ανταποδοτικό δικαίωμα των εργαζομένων, οι οποίοι καταβάλλουν εισφορές ακριβώς για να έχουν προστασία όταν βρεθούν χωρίς εργασία.
Αυτό ακριβώς έσπευσε να υπενθυμίσει και η ίδια η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως, παίρνοντας σαφείς αποστάσεις από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο. Η υπουργός ξεκαθάρισε ότι η πρόταση αποτελεί προσωπική άποψη του κ. Μαρινάκη, δεν αποτελεί θέση του υπουργείου Εργασίας και δεν αποτελεί θέση της κυβέρνησης, επισημαίνοντας παράλληλα τον ασφαλιστικό και ανταποδοτικό χαρακτήρα του επιδόματος.
Οι αντιδράσεις, όμως, δεν σταμάτησαν εκεί. Στο εσωτερικό της ΝΔ καταγράφηκαν διαφορετικές φωνές, με τον Στέλιο Πέτσα να χαρακτηρίζει τη δήλωση άστοχη και να επισημαίνει τη σύγχυση που προκαλεί, την ώρα που άλλα στελέχη, όπως ο Μάκης Βορίδης, εμφανίστηκαν πιο κοντά στη λογική της επανεξέτασης της επιδοματικής πολιτικής.
Το αποτέλεσμα είναι ένα ζήτημα που παρουσιάστηκε αρχικά ως «προσωπική άποψη» να έχει μετατραπεί σε αντικείμενο ανοιχτής πολιτικής αντιπαράθεσης ακόμη και μέσα στο κυβερνών κόμμα.
Τι συμβαίνει όμως στην υπόλοιπη Ευρώπη;
Εδώ τα συγκριτικά στοιχεία αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Στον πίνακα με τη μέγιστη διάρκεια καταβολής επιδόματος ανεργίας στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν υπάρχει ούτε μία από τις χώρες που καταγράφονται στην οποία το ανώτατο όριο να είναι δύο μήνες.
Στην Αυστρία το επίδομα μπορεί να φθάνει έως τους 12 μήνες, στη Δανία τους 24, στη Γερμανία τους 24, στην Ιταλία τους 24, στην Ισπανία τους 24 και στην Πορτογαλία τους 26 μήνες. Στη Γαλλία, ανάλογα με την ηλικία και την περίπτωση, η διάρκεια μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερη.
Ακόμη και στις χώρες με πολύ μικρότερη διάρκεια, τα όρια παραμένουν πάνω από την πρόταση των δύο μηνών: στην Κύπρο και τη Σλοβακία έως έξι μήνες, στη Λετονία και τη Λιθουανία έως εννέα, ενώ η Ουγγαρία, που βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο του συγκεκριμένου συγκριτικού πίνακα, φθάνει τους τρεις μήνες.
Στην Ελλάδα η τακτική επιδότηση ανεργίας μπορεί σήμερα να φθάσει έως τους 12 μήνες, ανάλογα βεβαίως με τις προϋποθέσεις και τα απαιτούμενα ένσημα.
Με άλλα λόγια, η πρόταση για ανώτατη διάρκεια μόλις δύο μηνών θα τοποθετούσε την Ελλάδα κάτω ακόμη και από τη χαμηλότερη διάρκεια που εμφανίζεται στον συγκεκριμένο ευρωπαϊκό πίνακα.
Και αυτό δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα:
Γιατί να ανοίγει στην Ελλάδα μια συζήτηση για περιορισμό της προστασίας του ανέργου σε επίπεδο που δεν συναντάται ούτε στις υπόλοιπες χώρες του συγκεκριμένου ευρωπαϊκού συγκριτικού πίνακα;
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, μετά τον θόρυβο που προκλήθηκε, επανήλθε υποστηρίζοντας ότι η θέση του παρουσιάστηκε «μισή», ότι πρόκειται αποκλειστικά για προσωπική άποψη και ότι δεν υπάρχει σχετικός κυβερνητικός σχεδιασμός. Τόνισε μάλιστα ότι δεν πρότεινε να εγκαταλείπεται ο άνεργος μετά τους δύο μήνες, αλλά να εξετάζεται η μετατροπή της επιδότησης ανεργίας σε επιδότηση εργασίας.
Οι διευκρινίσεις, ωστόσο, δεν έκλεισαν τη συζήτηση.
Γιατί όταν μια τέτοια πρόταση διατυπώνεται από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο και υφυπουργό παρά τω Πρωθυπουργώ, δύσκολα περνά απαρατήρητη ως μία απλή προσωπική σκέψη.
Και κυρίως γιατί πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν άνθρωποι: εργαζόμενοι που μπορεί από τη μια ημέρα στην άλλη να χάσουν τη δουλειά τους, οικογένειες με ενοίκια και δάνεια, εργαζόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας που δυσκολεύονται να επιστρέψουν άμεσα στην αγορά εργασίας και άνθρωποι που επί χρόνια καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές.
Ο άνεργος δεν είναι εξ ορισμού κάποιος που δεν θέλει να εργαστεί. Και το επίδομα ανεργίας δεν είναι χαρτζιλίκι. Είναι το δίχτυ ασφαλείας για το οποίο ο ίδιος ο εργαζόμενος έχει πληρώσει όσο εργαζόταν.
Η συζήτηση που άνοιξε ο κ. Μαρινάκης, αντί λοιπόν να περάσει στα ψιλά, φαίνεται πως θα έχει συνέχεια. Και η ένταση των αντιδράσεων –ακόμη και στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας– δείχνει ότι το ζήτημα αγγίζει ένα όριο που για μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια απλή άσκηση οικονομικής πολιτικής.
Μια συνάντηση με έντονο πολιτικό ενδιαφέρον ανάμεσα στον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά και τον ανεξάρτητο βουλευτή Μάριο Σαλμά φέρνει στο φως το «Law & Order», σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεργασίες στον χώρο της Κεντροδεξιάς βρίσκονται στο επίκεντρο.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι δύο πολιτικοί συναντήθηκαν στο γνωστό «Ντεζιρέ» στο Κολωνάκι, όπου ήπιαν καφέ και είχαν μια ιδιαίτερα θερμή συνομιλία. Μάλιστα, αυτόπτες μάρτυρες φέρονται να τους είδαν να αποχωρούν ευδιάθετοι και αγκαλιασμένοι.
Η συγκεκριμένη συνάντηση αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον λόγω της συνεχιζόμενης συζήτησης γύρω από τις επόμενες πολιτικές κινήσεις του Αντώνη Σαμαρά και τα σενάρια για τη δημιουργία νέου πολιτικού φορέα. Το δημοσίευμα ερμηνεύει το τετ-α-τετ ως ένδειξη πολιτικής προσέγγισης των δύο ανδρών, χωρίς ωστόσο από μόνη της η συνάντηση να συνιστά επίσημη ανακοίνωση συνεργασίας.
Στο ίδιο πλαίσιο υπενθυμίζεται δημοσκόπηση της ALCO, η οποία, σύμφωνα με το «Law & Order», είχε πραγματοποιηθεί στις αρχές Ιουνίου κατόπιν παραγγελίας του Μάριου Σαλμά, όταν ο ίδιος φέρεται να εξέταζε το ενδεχόμενο δημιουργίας δικού του κόμματος. Η συγκεκριμένη μέτρηση φέρεται να κατέγραφε δυναμική της τάξης του 2%.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται επίσης στα δημοσιεύματα που ήθελαν την αδελφή του Μάριου Σαλμά, Μαρία Σαλμά, να εξετάζει ενδεχόμενη υποψηφιότητα στην Αιτωλοακαρνανία με τη Νέα Δημοκρατία. Το «Law & Order» απορρίπτει τα συγκεκριμένα σενάρια, υποστηρίζοντας ότι, εφόσον εκείνη αποφάσιζε να ασχοληθεί με την πολιτική, θα βρισκόταν πολιτικά στο πλευρό του αδελφού της.
Σε κάθε περίπτωση, η εικόνα Σαμαρά και Σαλμά στο ίδιο τραπέζι δύσκολα περνά απαρατήρητη. Σε μια περίοδο όπου τα σενάρια για ανακατατάξεις στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας παραμένουν ανοιχτά, κάθε τέτοια συνάντηση αποκτά ιδιαίτερο πολιτικό βάρος.
Το αν πρόκειται απλώς για μια συνάντηση δύο πολιτικών με κοινές αναφορές ή για ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ ενός νέου πολιτικού εγχειρήματος, μένει να φανεί το επόμενο διάστημα.