Η Αγία Βαρβάρα των τελευταίων χρόνων δεν είναι η πόλη που πολλοί είχαν συνηθίσει να περιγράφουν μέσα από παλιές εικόνες και στερεότυπα.
Η αστυνόμευση έχει ενισχυθεί αισθητά, οι περιπολίες είναι συχνότερες και η παρουσία δυνάμεων της ΔΙ.ΑΣ., της ΟΠΚΕ και των τοπικών αστυνομικών υπηρεσιών είναι πλέον εμφανής σε διαφορετικά σημεία της πόλης. Πρόκειται για ένα ζήτημα στο οποίο η δημοτική αρχή έχει επιμείνει ιδιαίτερα, με τον δήμαρχο Λάμπρο Μίχο να έχει θέσει επανειλημμένα το θέμα της ασφάλειας των κατοίκων στις συναντήσεις και τις συσκέψεις του με την ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ.
Η προσπάθεια αυτή δεν σημαίνει, ασφαλώς, ότι εξαφανίστηκε η παραβατικότητα.
Σημαίνει όμως ότι απέναντί της υπάρχει πλέον μεγαλύτερη παρουσία, έλεγχος και κινητοποίηση.
Και μια υπόθεση που ξεκίνησε πριν από περίπου έναν χρόνο στην Άνω Αγία Βαρβάρα έρχεται σήμερα να υπενθυμίσει ότι για να υπάρξει αποτέλεσμα χρειάζονται δύο πράγματα: οι αρχές να κάνουν τη δουλειά τους και οι πολίτες να μη φοβούνται να κάνουν τη δική τους.
Το καλοκαίρι του 2025, κάτοικοι της Άνω Αγίας Βαρβάρας είχαν βρεθεί αντιμέτωποι με μια ιδιαίτερα ανησυχητική κατάσταση. Για αρκετές ημέρες, ένας άνδρας φέρεται να κινούνταν στην περιοχή, μπαίνοντας σε αυλές και κατοικίες και προχωρώντας σε κλοπές ή απόπειρες κλοπών. Η ανησυχία στη γειτονιά ήταν έντονη, ενώ κάτοικοι είχαν καταφέρει να συγκεντρώσουν ακόμη και φωτογραφικό και βιντεοληπτικό υλικό. Οι αστυνομικές αρχές κατάφεραν τελικά να εντοπίσουν και να συλλάβουν τον Ε.Κ., σε βάρος του οποίου σχηματίστηκε δικογραφία. Έναν χρόνο αργότερα, η υπόθεση έφτασε στη δικαστική της κατάληξη.
Σύμφωνα με πληροφορίες, στον Ε.Κ. επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης δέκα ετών, με το δικαστήριο να αξιολογεί το σύνολο των στοιχείων που περιλαμβάνονταν στη δικογραφία. Υπάρχει, όμως, μία πλευρά αυτής της ιστορίας που ίσως αξίζει περισσότερο από όλες να αναδειχθεί. Οι κάτοικοι πήγαν και κατέθεσαν. Δεν έμειναν στο «τον είδαμε», «ξέρουμε ποιος είναι», «μας έκλεψε». Δεν επικράτησε το γνωστό «πού να τρέχω τώρα», «δεν θέλω να μπλέξω» ή «ας πάει κάποιος άλλος». Πήγαν στις αρμόδιες αρχές. Έδωσαν καταθέσεις. Κατέθεσαν όσα γνώριζαν και όσα είχαν δει και συνέβαλαν ουσιαστικά ώστε η υπόθεση να πάρει τον δρόμο της Δικαιοσύνης. Και αυτό έχει τεράστια σημασία.
Η Αστυνομία μπορεί να εντοπίσει έναν ύποπτο, να τον προσαγάγει, να τον συλλάβει και να σχηματίσει δικογραφία. Από εκεί και πέρα, όμως, μια υπόθεση χρειάζεται αποδείξεις, στοιχεία και μαρτυρίες. Χρειάζεται ανθρώπους που είναι διατεθειμένοι να πουν επίσημα αυτά που είδαν και αυτά που έζησαν. Γιατί πολλές φορές ο μεγαλύτερος σύμμαχος της παραβατικότητας είναι η σιωπή.
Το «δεν θέλω να μπλέξω», το «πού να τρέχω στα αστυνομικά τμήματα και στα δικαστήρια» ή το «ας καταθέσει ο隣ός» μπορεί τελικά να αφήσει μια σοβαρή υπόθεση χωρίς τα στοιχεία που απαιτούνται για να υπάρξει η ανάλογη δικαστική συνέχεια.
Στην Άνω Αγία Βαρβάρα συνέβη το αντίθετο. Οι άνθρωποι της γειτονιάς δεν αδιαφόρησαν. Δεν γύρισαν την πλάτη. Δεν άφησαν όλη την ευθύνη στην Αστυνομία. Μίλησαν. Κατήγγειλαν. Κατέθεσαν. Και σήμερα, με την υπόθεση να έχει πλέον οδηγηθεί σε βαριά καταδίκη, η στάση τους αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία. Γιατί μια ασφαλής πόλη δεν χτίζεται μόνο με περισσότερες περιπολίες, περισσότερους αστυνομικούς και αποτελεσματικότερες επιχειρήσεις.
Χτίζεται και με τη συνεργασία της τοπικής κοινωνίας. Με έναν Δήμο που διεκδικεί μεγαλύτερη αστυνόμευση, με μια Αστυνομία που είναι παρούσα και επεμβαίνει και, κυρίως, με πολίτες που δεν επιλέγουν τη σιωπή όταν βλέπουν το έγκλημα δίπλα τους.
Η Αγία Βαρβάρα δείχνει ότι όταν Δήμος, Αστυνομία και πολίτες λειτουργούν στην ίδια κατεύθυνση, η παραβατικότητα δεν μένει χωρίς απάντηση.



.
.
.
.

