Είναι αξημέρωτα της Δευτέρας της 28ης Οκτωβρίου 1940, όταν ένας επίμονος ήχος από σειρήνες μεταφέρει την είδηση του πολέμου, που είχε αρχίσει ουσιαστικά 2,5 μήνες πριν, στις 15 Αυγούστου, με τη βύθιση του ευδρόμου «Ελλη».
Σύμφωνα με άρθρο της ιστορικού, Μαρίνας Πετράκη, σητν «Καθημερινή», αυτό το χρονικό διάστημα δόθηκε ο χρόνος στην ελληνική κυβέρνηση να εντείνει τις προσπάθειες για ολοκλήρωση της στρατιωτικής και πολιτικής προετοιμασίας της χώρας, η οποία επί της ουσίας είχε ξεκινήσει τρία χρόνια πριν με την κατασκευή της οχυρωματικής γραμμής στα βόρεια σύνορα (Γραμμής Μεταξά) για να αντιμετωπισθεί ενδεχόμενη επίθεση από την Βουλγαρία.
Η κατάληψη της Αλβανίας από τα ιταλικά στρατεύματα τον Απρίλιο 1939 επέβαλαν τον επανασχεδιασμό της αμυντικής πολιτικής.
Μαζί με την στρατιωτική προετοιμασία της χώρας μπαίνει σε εφαρμογή το σχέδιο πολιτικής επιστράτευσης, βάσει της οποίας ο πληθυσμός όλης της χώρας αδιακρίτως φύλου και άπαντες οι οργανισμοί όφειλαν να «συντρέχωσι και συνεισφέρουσι εις την Εθνικήν Αμυναν υποκείμενοι εις πειθαρχίαν πολέμου».
Η απόφαση του Ιωάννη Μεταξά να απορρίψει το ιταλικό τελεσίγραφο έθεσε άμεσα σε λειτουργία την πολεμική μηχανή. Οι επιστρατευμένοι νέοι εισρέουν κατά χιλιάδες στα έμπεδα να καταταγούν.
Όπως γράφει η κ. Πετράκη, «με ενθουσιασμό και πάθος, που συνδαύλιζαν οι σημαίες, τα πολεμικά εμβατήρια και η φωνή του εκφωνητή στο ραδιόφωνο, ντύνονται στο χακί και ξεκινούν για το μέτωπο ωσάν να πηγαίνουν σε γιορτή. Και ήταν πράγματι γιορτή. Η πιο λαμπρή γιορτή της νεότερης ελληνικής Ιστορίας. Αν και είχαν στη διάθεσή τους πέντε ημέρες για να παρουσιαστούν, το ογδόντα τοις εκατό παρουσιάστηκε την πρώτη μέρα. Εκείνη πραγματικά η άψογα οργανωμένη «ταχύρρυθμη επιστράτευση» αποτέλεσε την πρώτη ιταλική αποτυχία και την πρώτη μεγάλη ελληνική νίκη».
28 Οκτωβρίου 1940. Με κάθε μέσο οι πολίτες σπεύδουν στα κέντρα κατάταξης.Αναχώρηση για το Μέτωπο.Διαδήλωση στο κέντρο της πρωτεύουσας λίγες ώρες μετά την κήρυξη του πολέμου.
Το χρονικό του «ΟΧΙ»
Η Επέτειος του «ΟΧΙ» μνημονεύει την άρνηση της Ελλάδας στις ιταλικές αξιώσεις που περιείχε το τελεσίγραφο που επιδόθηκε από τον Ιταλό πρέσβη Εμανουέλε Γκράτσι στον Ιωάννη Μεταξά την 28η Οκτωβρίου του 1940.
Συνέπεια της άρνησης αυτής ήταν η είσοδος της Χώρας στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και η έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940. Η ημερομηνία αυτή καθιερώθηκε να εορτάζεται στην Ελλάδα και την Κύπρο κάθε χρόνο ως επίσημη εθνική εορτή και αργία.
Λίγο μετά τις 3 τα ξημερώματα της 28 Οκτωβρίου του 1940 η τότε Ιταλική Κυβέρνηση απέστειλε στην Ελλάδα τελεσίγραφο, δια του Ιταλού Πρέσβη στην Αθήνα, ο οποίος και το επέδωσε ιδιόχειρα στον Ιωάννη Μεταξά, στην οικία, στην Κηφισιά.
Απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση του Ιταλικού στρατού από την Ελληνοαλβανική μεθόριο προκειμένου στη συνέχεια να καταλάβει κάποια στρατηγικά σημεία του Βασιλείου της Ελλάδος (λιμένες, αεροδρόμια κλπ.), για ανάγκες ανεφοδιασμού και άλλων διευκολύνσεών του, στη μετέπειτα προώθησή του στην Αφρική.
Μετά την ανάγνωση του κειμένου ο Μεταξάς έστρεψε το βλέμμα του στον Ιταλό Πρέσβη και του απάντησε στα γαλλικά (επίσημη διπλωματική γλώσσα) την ιστορική φράση: «Alors, c’est la guerre» (Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμο), εκδηλώνοντας έτσι την αρνητική θέση επί των ιταλικών αιτημάτων.
Ο ίδιος ο Γκράτσι στα απομνημονεύματά του, που εξέδωσε το 1945, περιγράφει τη σκηνή:
«Μόλις καθίσαμε, του είπα ότι η κυβέρνησή μου μού είχε αναθέσει να του κάνω μία άκρως επείγουσα ανακοίνωση και χωρίς άλλα λόγια του έδωσα το κείμενο. Ο Μεταξάς άρχισε να το διαβάζει. Τα χέρια που κρατούσαν το χαρτί έτρεμαν ελαφρά, και μέσα από τα γυαλιά έβλεπα τα μάτια του να βουρκώνουν όπως συνήθιζε όταν ήταν συγκινημένος. Όταν τελείωσε την ανάγνωση με κοίταξε κατά πρόσωπο και μου είπε με φωνή λυπημένη αλλά σταθερή φωνή: «Alors, c’est la guerre!» (λοιπόν έχουμε πόλεμο).
Τού απάντησα ότι η ιταλική κυβέρνηση ήλπιζε ότι η ελληνική κυβέρνηση θα δεχόταν τα αιτήματά της και θα άφηνε να περάσουν ελεύθερα τα ιταλικά στρατεύματα τα οποία θα άρχιζαν τις μετακινήσεις τους στις 6 το πρωί. Ο Μεταξάς με ρώτησε τότε πως θα μπορούσα να σκεφτώ ότι ακόμα και αν είχε πρόθεση να ενδώσει θα του ήταν δυνατόν μέσα σε τρεις ώρες να λάβει τις διαταγές του βασιλιά και να δώσει τις απαραίτητες οδηγίες για την ελεύθερη διέλευση των ιταλικών στρατευμάτων».
— Εμμανουέλε Γκράτσι, Η αρχή του τέλους, Εστία. 1980, σελ. 285
Το πρωτοσέλιδο της «Καθημερινής»
Ο Μεταξάς εκείνη τη στιγμή είχε εκφράσει το ελληνικό λαϊκό συναίσθημα, την άρνηση της υποταγής, και αυτή η άρνηση πέρασε στον τότε ελληνικό Τύπο με την λέξη «ΟΧΙ».
Σημειώνεται πως αυτούσια η λέξη «ΟΧΙ» παρουσιάσθηκε για πρώτη φορά ως τίτλος στο κύριο άρθρο της εφημερίδας Ελληνικό Μέλλον του Ν. Π. Ευστρατίου στις 30 Οκτωβρίου του 1940.
Ακολούθως υιοθετήθηκε ως σύνθημα, και από άλλες εφημερίδες, και για ακόλουθες περιστάσεις, όπως το εξώφυλλο της εφημερίδας Η Βραδυνή, στις 6 Απριλίου 1941 με αφορμή την Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα.
Στις 05.30 ξεκίνησε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος με την αιφνιδιαστική εισβολή (το τελεσίγραφο όριζε ότι η επίθεση θα ξεκινούσε στις 6 π.μ.) των ιταλικών στρατευμάτων στην Ήπειρο, οπότε η Ελλάδα αμυνόμενη εισήλθε στον πόλεμο.
Το λεγόμενο «Έπος του Σαράντα», το οποίο ακολούθησε, και οι μεγάλες νίκες που ο ελληνικός στρατός κατήγαγε εις βάρος των Ιταλών, καθιερώθηκε να γιορτάζονται κάθε χρόνο στις 28 Οκτωβρίου, την ημέρα της επίδοσης του ιταλικού τελεσιγράφου και της άρνησης του Ιωάννη Μεταξά να συναινέσει.
Η επέτειος του «ΟΧΙ» γιορτάστηκε για πρώτη φορά στα χρόνια της Κατοχής. Στο κεντρικό κτίριο και στον προαύλιο χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών πραγματοποιήθηκε ο πρώτος εορτασμός στις 28 Οκτωβρίου 1941. Γίνονταν ομιλίες από τους φοιτητές, ενώ μίλησε για την επέτειο την παραμονή και ο καθηγητής Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο οποίος αρνήθηκε να κάνει μάθημα την ημέρα της επετείου με αποτέλεσμα να απολυθεί από το Πανεπιστήμιο.
Στην δεύτερη επέτειο (28/10/1942), ο εορτασμός έγινε στην Πλατεία Συντάγματος με πρωτοβουλία των οργανώσεων ΕΠΟΝ και ΠΕΑΝ. Υπήρχε ανησυχία για το πώς θα αντιδράσουν οι ιταλικές δυνάμεις κατοχής, οι οποίες όμως δεν παρενέβησαν. Εκδηλώσεις και διαδηλώσεις εκείνη την ημέρα έγιναν και σε άλλες πόλεις. Στον Πειραιά πραγματοποιήθηκαν ολιγοπληθείς συγκεντρώσεις, ανέβαινε κάποιος σε μια καρέκλα, έβγαζε ένα σύντομο λόγο, και κατόπιν διαλύονταν, για να αποφύγουν επέμβαση των καραμπινιέρων.
Δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες για το τι έγινε στις 28 Οκτωβρίου 1943. Σύμφωνα με τον Ηλία Βενέζη γιορτάστηκε η επέτειος στο κτίριο της Εθνικής Τράπεζας, στην πλατεία Κοτζιά (ο Βενέζης ήταν τότε υπάλληλος της τράπεζας). Κατέφθασαν όμως οι Γερμανοί, που είχαν την ευθύνη της αστυνόμευσης πλέον, υποχρέωσαν όσους συμμετείχαν να σταθούν με τα χέρια ψηλά μέχρι το βράδυ, ενώ έστειλαν και είκοσι περίπου από αυτά τα άτομα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Κάποια δεν επέστρεψαν.
Για πρώτη φορά η επέτειος γιορτάστηκε επίσημα στις 28 Οκτωβρίου 1944 με παρέλαση ενώπιον του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου.
Γυναίκες της Πίνδου εργάζονται για τη συντήρηση δρόμου.Ελληνες στρατιώτες επιχειρούν εξ εφόδου κατάληψη υψώματος.Οι προωθημένοι της IV Μοίρας Ορειβατικού Πυροβολικού. (Αποστολέας: Πέτρος Τσαπάρας)
Διάγγελμα του Ιωάννη Μεταξά προς τον ελληνικό λαό (28-10-1940)
Προς τον ελληνικόν λαόν,
Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της. Μολονότι επεδείξαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην, προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημας το δικαίωμα να ζώμεν ως ελεύθεροι Έλληνες μου εζήτησεν σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν, την παράδοσιν τμημάτων του εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρέσβυν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες,
τώρα θα αποδείξωμεν εάν είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας, την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος ας εγερθή σύσσωμον, αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά σας, και τας ιεράς μας παραδόσεις.
Νυν υπέρ πάντων ο αγών
Ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως
Ιωάννης Μεταξάς
Διάγγελμα του Βασιλιά Γεωργίου Β΄ προς τον ελληνικό λαό (28-10-1940)
Μήνυμα Αρχιεπισκόπου Αθηνών προς τον ελληνικό λαό (28-10-1940)
Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά
Η Α.Μ. ο Βασιλεύς και ο πρόεδρος της εθνικής ημών κυβερνήσεως καλούν ημάς πάντας ίνα αποδυθώμεν εις Άγιον υπέρ Πίστεως και Πατρίδος αμυντικόν αγώνα. Η Εκκλησία ευλογεί τα όπλα τα ιερά και πέποιθεν ότι τα τέκνα της Πατρίδος ευπειθή εις το κέλευσμα Αυτής και του Θεού θα σπεύσουν εν μιά ψυχή και καρδιά ν΄ αγωνισθούν υπέρ βωμών και εστιών και της Ελευθερίας και τιμής και θα συνεχίσουν ούτω την απ΄ αιώνων πολλών αδιάκοπον σειράν των τιμίων και ενδόξων αγώνων και θα προτιμήσουν τον ωραίον θάνατον από την άσχημον ζωήν της δουλείας. Και μη φοβούμεθα από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι, ας φοβούμεθα δε μάλλον τον δυνάμενον και ψυχή και σώμα απωλέσαι.
Επιρρίψωμεν επί Κύριον την μέριμναν ημών και Αυτός θα είναι βοηθός και αντιλήπτωρ εν τη αμύνη κατά της αδίκου επιθέσεως των εχθρών. Ούτοι εν άρμασι και ούτοι εν ίπποις, ημείς δε εν ονόματι Κυρίου του Θεού και εν τη γενναιότητι και ανδρεία μεγαλυνθησόμεθα.
Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός είη ματά πάντων ημών.
Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χρύσανθος.
Ημερήσια Διαταγή Αρχιστράτηγου (28-10-1940)
Η Α.Μ. ο Βασιλεύς και η Εθνική Κυβέρνησις μου ενεπιστεύθησαν την αρχηγίαν του Στρατού.
Αναλαμβάνων αυτήν, καλώ τους Αξιωματικούς και οπλίτας του Ελληνικού Στρατού εις την εκτέλεσιν του υψίστου προς την Πατρίδα καθήκοντος με την μεγαλυτέραν αυταπάρνησιν και σταθερότητα. Ουδείς πρέπει να υστερήσει.
Η υπόθεσις του αγώνος, τον οποίον μας επέβαλεν ο αχαλίνωτος ιμπεριαλισμός μιας Μεγάλης Δυνάμεως, η οποία ουδέν είχε ποτέ να φοβηθή από ημάς, είναι η δικαιοτέρα υπόθεσις, την οποίαν είναι δυνατόν να υπερασπισθή ένας Στρατός. Πρόκειται περί αγώνος υπάρξεως. Θα πολεμήσωμεν με πείσμα, με αδάμαστον εγκαρτέρησιν, με αμείωτον μέχρι τελευταίας πνοής ενεργητικότητα. Έχω ακράδαντον την πεποίθησιν ότι ο Ελληνικός Στρατός θα γράψη νέας λαμπράς σελίδας εις την ένδοξον ιστορίαν του Έθνους.
Μή αμφιβάλλετε ότι τελικώς θα επικρατήσωμεν με την βοήθειαν και την ευλογίαν του Θεού και τας ευχάς του Έθνους.
Έλληνες Αξιωματικοί και οπλίται φανήτε ήρωες!
Αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος
Τηλεγράφημα Τσώρτσιλ προς Ι. Μεταξά (28-10-40)
Προς Πρωθυπουργόν Ελλάδος κ. Ι. Μεταξά
Λονδίνο 28 Οκτωβρίου 1940
Αι απειλαί και αι εκφοβιστικαί προσπάθειαι της Ιταλίας απεδείχθησαν ανίσχυροι προ του ηρέμου θάρρους σας. Δι΄ ο και προσέφυγεν αύτη εις απρόκλητον επίθεσιν κατά της πατρίδος σας, αναζητούσα εις αβασίμους κατηγορίας την δικαίωσιν της επαισχύντου πράξεώς της. Ο τρόπος κατά τον οποίον ο ελληνικός λαός, υπό την ανταξίαν αυτού ηγεσίαν σας, αντιμετώπισε τους κινδύνους και τας προκλήσεις των τελευταίων μηνών, προκαλεί τον θαυμασμόν του Βρεττανικού λαού διά την Ελλάδα. Αι μεγάλαι αρεταί του ελληνικού λαού θα τον στηρίξουν και κατά την παρούσαν δοκιμασίαν.
Θα σας παράσχωμεν πάσαν δυνατήν συνδρομήν, θα πολεμήσωμεν μαζί σας τον κοινόν εχθρόν και μαζί θα μοιρασθώμεν την νίκην μας.
Αθήνα, πρωί
Εορτάζεται στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο η επέτειος της φασιστικής επανάστασης. Ο πρεσβευτής Γκράτσι είναι παρών, καθώς και σχεδόν όλη η μικρή ιταλική παροικία της Αθήνας. Εντούτοις, η ατμόσφαιρα είναι παγερή, εξαιτίας της αβεβαιότητας που διακατέχει σε μεγάλο βαθμό τους προσκεκλημένους για τις επικείμενες εξελίξεις στο επίπεδο των διμερών ελληνοϊταλικών σχέσεων.
Θεσσαλονίκη, πρωί
Αποδίδοντας πιστά το κλίμα της ημέρας, ο Γεώργιος Βαφόπουλος γράφει: «Ήταν το πρωί της Κυριακής της 27ης Οκτωβρίου 1940. Κι ακούσθηκε ο λόγος του δημάρχου [Θεσσαλονίκης] βαρύς, με φανερούς υπαινιγμούς για τον εχθρό, που δεν κατονομαζόταν, που ήταν όμως γνωστός, που τον ψιθύριζαν τα χείλη του κόσμου… Κι η καρδιά μου σφιγγόταν από την αναμονή της ενδεχόμενης συμφοράς, και δάκρυζα για τη μοίρα του τόπου μου…».
Αθήνα, βράδυ
Ο Εμανουέλε Γκράτσι διέρχεται τις βραδινές ώρες στην οικία της οικογένειας Βλαστού, όπου και, φαινομενικά εύχαρις, διηγείται περιστατικά από ανέκδοτα παίζοντας μπριτζ. Εμφανώς, επιδιώκεται να ενισχυθεί η εντύπωση ότι δεν επίκειται κάποιο έκτακτο γεγονός.
Κάρυστος
Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, εξόριστος στην Κάρυστο, υπείκοντας σ’ ένα απροσδιόριστο προαίσθημα, γράφει δύο έμμετρα επιγράμματα αφιερωμένα στην Ελλάδα. «Φαίνεται», σημειώνει ο ίδιος, «ότι η μοναξιά της εξορίας εντείνει την επαφήν της ψυχής με το πνεύμα της ιστορίας».
Βερολίνο, μεσάνυχτα
Το ιδιαίτερο γραφείο του Αδόλφου Χίτλερ πληροφορείται από τη Ρώμη, μέσω του στρατηγού Φον Ρίντελεν, ότι η ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδος θα εκδηλωθεί την επομένη, Δευτέρα 28 Οκτωβρίου. Ο δε Γκαλεάτσο Τσιάνο, με ημερομηνία 27ης Οκτωβρίου, καταγράφει: «Ήδη οι τέσσερες διπλωμάτες, Γερμανός, Ιάπων, Ισπανός και Ούγγρος, εις τους οποίους ενεχείρισα το κείμενο του τελεσιγράφου προς την Ελλάδα, εξεπλάγησαν».
Ελληνοαλβανικά σύνορα, μεσάνυχτα
Πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι ιταλικά στρατιωτικά αγήματα προελαύνουν προς τα ελληνοαλβανικά σύνορα, όπου και παρατάσσονται σε διάταξη επιθετική. Ενώ από το σούρουπο βρέχει ασταμάτητα, άγρυπνα τα προκεχωρημένα ελληνικά φυλάκια παρακολουθούν τις κινήσεις τους. Όσο περνά η ώρα, ενισχύεται η εντύπωση ότι επίκειται από την αντίπερα όχθη πολεμική πρωτοβουλία. «Συνδυάζων πληροφορίας και φήμας και ημερομηνίας, απέκτησα πεποίθησιν ότι πρόκειται περί σκηνοθεσίας δι’ επικείμενην αύριον ίσως επίθεσιν», σημειώνει ο Μεταξάς στο ημερολόγιό του.
Ο υποστράτηγος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, διοικητής της VIII Μεραρχίας, είναι στα Γιάννενα δέκτης των ανησυχητικών μηνυμάτων που του διαβιβάζουν από το μέτωπο ο Κωνσταντίνος Δαβάκης και ο συνταγματάρχης Μαυρογιάννης, αρχηγός του Πυροβολικού της Μεραρχίας. Και διαμηνύει στο Γενικό Επιτελείο την προσωπική του πλέον άποψη ότι η ιταλική επίθεση είναι πιθανό να εκδηλωθεί την επομένη το πρωί –ίσως και κατά τη νύχτα– τονίζοντας αποφασιστικά: «Δεν θα περάσουν οι Ιταλοί από το Καλπάκι!».
Ρώμη, 1 μετά τα μεσάνυχτα
Το κρατικό ραδιόφωνο αναγγέλλει ότι έληξε η περίοδος της ανεκτικότητας της Ιταλίας έναντι της Ελλάδος…
Αποσπάσματα από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Σβολόπουλου «1940. Οι τελευταίες ημέρες του Οκτωβρίου», Εκδόσεις Πατάκη (Αθήνα, 2016).
Ελληνες στρατιώτες μεταφέρουν εξαρτήματα πυροβόλου όπλου στο μέτωπο κατά τον πόλεμο του 1940.
Πως είδε ο τουρκικός Τύπος την 28η Οκτωβρίου του ’40
Η ηρωική αντίσταση της Ελλάδας στην απόπειρα της φασιστικής Ιταλίας να εισβάλει στο έδαφός της, που ξεκίνησε την 28η Οκτωβρίου 1940, αλλά και η προέλαση του ελληνικού στρατού στην υπό κατοχή αλβανική ενδοχώρα προκάλεσαν τον θαυμασμό όχι μόνο των δυτικών συμμάχων, αλλά και της γείτονος Τουρκίας.
Η αρθρογραφία των τουρκικών εφημερίδων της εποχής αποτελεί αψευδή μάρτυρα των αισθημάτων συμπαράστασης και των επαίνων που είχαν προκαλέσει τα ελληνικά κατορθώματα εναντίον ενός σαφώς υπέρτερου, υλικά και αριθμητικά, αντιπάλου. Πρόκειται για μια περίοδο που ο Ισμέτ Ινονού, έχοντας υπερισχύσει στον αγώνα εξουσίας που είχε λάβει χώρα μετά τον θάνατο του Κεμάλ Ατατούρκ τον Νοέμβριο 1938, είχε αναγορευθεί σε «εθνικό ηγέτη» (Milli Şef) της Τουρκίας.
Η 14η Σεπτεμβρίου δεν είναι μια απλή ημερομηνία στο ημερολόγιο.
Είναι ημέρα μνήμης, πόνου και ιστορικού χρέους. Ημέρα Εθνικής Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. «Η Σμύρνη μάνα καίγεται…»
Το 1922 η Σμύρνη παραδόθηκε στις φλόγες και στον τρόμο. Έλληνες δολοφονήθηκαν, σφαγιάστηκαν, κακοποιήθηκαν και εκδιώχθηκαν βίαια από τις πατρογονικές τους εστίες, μέσα στην επικράτηση των κεμαλικών δυνάμεων. Πίσω από τους αριθμούς υπήρχαν άνθρωποι. Μανάδες που έχασαν τα παιδιά τους. Παιδιά που έμειναν ορφανά. Οικογένειες που ξεκληρίστηκαν. Άνθρωποι που μέσα σε λίγες ώρες έχασαν το σπίτι τους, την περιουσία τους, την πατρίδα τους, ακόμη και τους δικούς τους ανθρώπους.
Στην προκυμαία της Σμύρνης γράφτηκαν σκηνές φρίκης που έμειναν ανεξίτηλες στην ιστορική μνήμη. Μπροστά η θάλασσα. Πίσω οι φλόγες. Γύρω ο θάνατος. Χιλιάδες απελπισμένοι άνθρωποι αναζητούσαν έναν δρόμο σωτηρίας. Ένας Ελληνισμός αιώνων ξεριζωνόταν μέσα στο αίμα και στη φωτιά. Δεν ήταν απλώς μια «δύσκολη στιγμή» της Ιστορίας.
Ήταν η κορύφωση χρόνων διωγμών, εκτοπίσεων, σφαγών και της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Και αυτή η ιστορική μνήμη δεν μπορεί ούτε να παραγραφεί ούτε να σβήσει. Όσοι κατάφεραν να σωθούν πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς. Άφησαν πίσω σπίτια, εκκλησίες, σχολεία, γειτονιές και τους τάφους των προγόνων τους.
Έφτασαν στην Ελλάδα με ελάχιστα υπάρχοντα, αλλά κουβαλώντας έναν ολόκληρο πολιτισμό. Και ξανασηκώθηκαν. Έχτισαν από την αρχή τις ζωές τους, δημιούργησαν συνοικίες και πόλεις και έφεραν μαζί τους τη μουσική, τις γεύσεις, τις παραδόσεις, την πίστη και την ψυχή της Μικράς Ασίας.
Ρίζωσαν ξανά, χωρίς ποτέ να ξεχάσουν τις αλησμόνητες πατρίδες. 104 χρόνια μετά, δεν ξεχνάμε και δεν ωραιοποιούμε την Ιστορία.
Δεν ξεχνάμε τους νεκρούς. Δεν ξεχνάμε τις σφαγές. Δεν ξεχνάμε τους διωγμούς. Δεν ξεχνάμε τον βίαιο ξεριζωμό. Δεν ξεχνάμε τη Γενοκτονία.
Γιατί η ιστορική μνήμη δεν είναι μίσος απέναντι στους λαούς.
Είναι χρέος απέναντι στους νεκρούς και απαίτηση να μη σβήσουν ποτέ από την Ιστορία ούτε τα θύματα ούτε οι ευθύνες των θυτών.
«Η Σμύρνη μάνα καίγεται…»Η Σμύρνη κάηκε. Ο Μικρασιατικός Ελληνισμός ξεριζώθηκε μέσα στο αίμα.
Η 31η Αυγούστου του 1922 έχει χαραχτεί στην ελληνική συλλογική μνήμη ως η ημέρα έναρξης της Kαταστροφής της Σμύρνης που αποτέλεσε και τον τραγικό επίλογο της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Στις 31 Αυγούστου του 1932, όταν συμπληρώνονταν δέκα μόλις χρόνια από τα τραγικά εκείνα γεγονότα όλα ήταν ακόμα νωπά. Γράφουν όχι ιστορικοί αλλά εκείνοι που έζησαν την ανείπωτη τραγωδία.
«Είνε η σημερινή, η τραγικώτατη επέτειος του εμπρησμού της Σμύρνης. Το μίσος και η διαβολική μανία της καταστροφής του Ασιάτου βαρβάρου, σαν σήμερα προ δέκα χρόνων, έβαλαν φωτιά από “δεκατέσσερες μεριές” στη Σμύρνη, τη Σμύρνη την ελληνική, τη Σμύρνη την αξέχαστη, τη Σμύρνη τη χιλιοτραγουδισμένη, τη Σμύρνη μας, τη Σμύρνη μας, τη Σμύρνη μας. (…)
»Ο Νουρεδίν, βαλής της Σμύρνης, αυτός εμελέτησεν, εσχεδίασε, διέταξε τον εμπρησμόν και έκανεν ό,τι εχρειάζετο διά να υπάρξη ο εμπρησμός αυτός αποφασιστικός. (…)
»Η πολιτική, η διπλωματία, η “λήθη” των περασμένων καλά και άγια. Αλλά υπήρχε κάτι καλλίτερον και κάτι αγιώτερον από όλα αυτά. Το αίμα των ανθρώπων που εχύθη εκεί πέρα μια μέρα σαν αυτή προ δέκα χρόνων.
»Η επίσημη πολιτική μιας χώρας έχει το δικαίωμα και μάλιστα και το καθήκον να ξέρη να ξεχνά. Ημείς οι άλλοι οφείλομεν να πειθαρχούμε. Σύμφωνοι. Αλλ’ αυτό μας το καθήκον δεν σημαίνει διόλου πως πρέπει και να ξεχνάμε. (…)
»Η γενεά η δική μας, η γενεά που έζησε τη χαρά του λευτερωμού της Σμύρνης, αλλά και τον ανείπωτο πόνο της καταστροφής και του χαμού της, δεν μπορεί και ούτε πρέπει να ξεχάση. Να σφίξη την καρδιά, να δαγκώση τα χείλη, να πειθαρχήση; Ναι. Αλλά μόνον αυτά. Να ξεχάση; Ποτέ. Πώς θα μπορούσε πρώτον να ξεχάση; Και πώς δεύτερον δεν θα πρόδιδε τον πόνο της- δηλαδή ό,τι την ανυψώνει περισσότερο – αν, έστω τα κατάφερνε να λησμονήση;
»Να ξεχάσωμε; Εμείς δεν μπορούμε να ξεχάσωμε. Λοιπόν θα θυμόσαστε! Θα θυμόσατε πάντα!
Ο εμπρησμός
»Σαν σήμερα το απόγευμα, κατά τας 2 η ώρα, μυστηριωδώς ενεφανίσθη εις τη Σμύρνη η φωτιά. Από δύο – τρία σημεία. Πού πρώτα; Ποιος ξέρει; Στην Αγία Κατερίνη; Στ’ Αρμένικα; Στα Γυαλάδικα; Στο νοσοκομείο; Ποιος θα μπορούσε να το πη; Αι πληροφορίαι συγκρούονται και το πράγμα είναι ευεξήγητο, διότι οι διάφοροι αυτόπται αποδίδουν την αρχή της φωτιάς εις το σημείον που υπέπεσε πρώτον στην αντίληψι του καθενός. Αλλά τα σημεία εις τα οποία ενεφανίσθη ταυτοχρόνως η φωτιά ήσαν πολλά γιατί και το κακόν ήταν ωργανωμένον. (…)
»Ο λοχαγός κ. Παπαϊωάννου, εις το ημερολόγιόν του (…) γράφει ότι κατέστη αδύνατον να γνωσθή από πού πρώτον εξεπήδησαν αι φλόγες που έκαναν τη Σμύρνη στάχτη και περιορίζεται με λιτότητα στρατιωτικήν να γράψη τα εξής:
Την Τετάρτην το απόγευμα ήρχισεν από πολλά σημεία η πυρκαϊά της Σμύρνης, την δε νύχτα από της φλόγες εφωτίζετο ολόκληρος η Σμύρνη και ο λιμήν.
»Έτσι η Σμύρνη, “η κορώνα της Ιωνίας”, όπως λέγει ο κ. Προκοπίου εις ένα ωραίο βιβλιαράκι του – «η Σμύρνη με τους χαρούμενους χριστιανικούς μαχαλάδες της και τα ντουρσέκια της, με τα χαριτωμένα σπιτάκια της, με τα σαχνισίνια της, με τα μερακλίδικα και στολισμένα με γλάστρες μπαλκόνια της, με της είκοσι μεγάλες εκκλησίες και τα καμπαναριά της, το μουσείο και τη βιβλιοθήκη και τα σχολεία της, με την ευαγγελική της σχολή, πνευματικό φάρο της ελληνικής Μικράς Ασίας και το νοσοκομείο της, η Σμύρνη με τα πλούτη της και τα φώτα της και της ωμορφιές της, η Σμύρνη η ζηλευτή και χαριτωμένη, η γεμάτη μαγεία, η καμαρωτού, η ανοιχτόκαρδη, η φιλόξενη, η εύθυμη, η τιμημένη, η θρήσκα, η Ελληνοπούλα, η Γκιαούρ Ισμίρ, έγινε σε λίγες ώρες μια φοβερή κόλασις φωτιάς και καπνού, για να καταλήξη σε δυό μέρες ένα φρικτό καρβουναριό γεμάτο αποκαΐδια, μια πελώρια έκτασις ερειπίων και φοβεράς άσβολης από την οποίαν ανεδίδετο επί ημέρας η φρικιαστική τσίκνα καμένων σαρκών, ζώων και άνθρωπων που απετεφρώθησαν μέσα στα σπίτια φρικτά ολοκαυτώματα».
Στην προκυμαία
»Όσω για της σκηνές της φρίκης και της κολάσεως που εξετυλίχθησαν τότε, ποιος θα είχε το κουράγιο να της περιγράψη; Ποιος θα μπορούσε να δώση μίαν έστω και μόνον σχετικώτατα αξία της φρίκης, της πραγματικότητος εντύπωσι από της τραγωδίες που εξετυλίχθησαν εκείνη την Τετάρτη ιδίως, εις τους δρόμους και της συνοικίες της Σμύρνης;
»Πώς θα ήτο δυνατόν να περιγραφή η σκηνή του καταποντισμού της γκαζελίνης, της μεγάλης βενζινακάτου η οποία αναποδογύρισε υπό το βάρος του αμέτρου κόσμου των γυναικοπαίδων τα οποία διωκόμενα από τη φωτιά και το βόλι ή το φάσγανον των εμπρηστών και των σφαγέων εζητούσαν τη σωτηρία όπου μπορούσαν;
»Ποιος θα πη για της Ελληνοπούλες που ητιμάσθησαν εμπρός εις τα μάτια ανίσχυρων αδελφών ή πατέρων, για τις μάνες από της ανοιχθείσες με σκληρότατον αστσάλι κοιλιές των οποίων απεσπάσθησαν οι άωροι καρποί;
»Ποιος για τα παλληκάρια που εσφάγησαν σαν αρνιά; Ποιος για τους ιερείς που εκρεμάσθησαν; (…) Για τους γέρους που αφέθηκαν να καούν σαν ποντίκια μέσα εις τα πυρπολούμενα σπίτια, ποιος για την αγωνία των ανθρώπων που ηναγκάσθησαν να καταφύγουν εις τους τάφους του νεκροταφείου, διαμφισβητούντες μια γωνιά από τους σκελετούς και τα λείψανα, διότι είχε πραγματοποιηθή η φρίκη που ο λαός εικονίζει με την σπαρακτικήν επίκλησιν “εβγάτε πεθαμμένοι να μπουν οι ζωντανοί”;
28 χρόνια μετά τις δολοφονίες των Τάσου Ισαάκ και Σολωμού Σολωμού, από τους Τούρκους στην περιοχή της Νεκρής Ζώνης στη Δερύνεια, η μνήμη τους παραμένει ζωντανή.
Το απόγευμα οι δρόμοι της ελεύθερης Κύπρου γέμισαν με μοτοσικλετιστές που επανέλαβαν την ανάγκη επικράτησης της μνήμης απέναντι στη λήθη και το αίτημα για δικαίωση των θυσιών των δυο παλικαριών.
Στη Λευκωσία οι μοτοσικλετιστές συγκεντρώθηκαν στο ΓΣΠ.
Το διήμερο οδοιπορικό μνήμης και αντίστασης από την «Πρωτοβουλία Μνήμης Ισαάκ – Σολωμού», έχει κεντρικό πυρήνα τις τέσσερις βουνοκορφές της ελεύθερης Κύπρου και ορίζοντα τον κατεχόμενο Πενταδάκτυλο.
Μοτοσικλετιστές, δρομείς, ποδηλάτες και κολυμβητές, καταλήγουν στο κοιμητήριο Παραλιμνίου, όπου βρίσκονται οι τάφοι των δυο ηρώων. Εκεί, όπου είναι θαμμένοι οι δύο ήρωες, πλήθος κόσμου μαζεύτηκε για να τιμήσει τη θυσία τους. Στο σημείο βρέθηκε η ανταποκρίτρια του Alpha σε Λάρνακα και ελεύθερη Αμμόχωστο, Κατερίνα Ιωάννου.
Οι εκδηλώσεις θα ολοκληρώνονται στο κατοχικό οδόφραγμα της Δερύνειας, όπου αρκετοί από τους συμμετέχοντες θα διανυκτερεύσουν.
Την Κυριακή 11 Αυγούστου ήταν η 28η επέτειος της δολοφονίας των δυο ηρώων και το μνημόσυνο θα τελεστεί από τον ιερό ναό Αγίου Δημητρίου στο Παραλίμνι.