Ο Χρήστος Μπεχτσής μιλά για μια διαδρομή που δεν ξεκίνησε απλώς από επαγγελματική επιλογή, αλλά από μια βαθιά, σχεδόν προσωπική σχέση με το σινεμά. Από τα παιδικά του χρόνια μέχρι τη σημερινή του δραστηριοποίηση σε εμβληματικές αίθουσες και θερινούς κινηματογράφους, περιγράφει μια πορεία όπου η αγάπη για την κινηματογραφική εμπειρία έγινε τρόπος ζωής και δημιουργίας.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, αναφέρεται στο πώς οδηγήθηκε από τον ρόλο του θεατή σε εκείνον του επιχειρηματία του χώρου, αλλά και στο όραμά του για το μέλλον του θερινού κινηματογράφου και ειδικά για το Σινέ Πάνθεον, το οποίο ετοιμάζεται να περάσει σε μια νέα, αναβαθμισμένη εποχή.
Δ: Ποια είναι η προσωπική σας διαδρομή στον χώρο του κινηματογράφου και πώς ξεκίνησε η σχέση σας με τις κινηματογραφικές αίθουσες;
Μπ.: Η σχέση μου ξεκινά από την παιδική μου ηλικία , όπου ως μόνιμος και συχνός θεατής , έβλεπα όλες τις ταινίες ,( ακόμα και αυτές που δεν επιτρεπόταν για την ηλικία μου..).
Αυτή ακριβώς η σχεδόν ερωτική σχέση με την αίθουσα και τις ταινίες , καθόρισε και τις επαγγελματικές μου επιλογές και έτσι δεν ασχολήθηκα ποτέ με την αξιοποίηση του πανεπιστημιακού μου πτυχίου , αλλά από τα νεανικά μου χρονιά , τέλη της δεκαετίας 80, δραστηριοποιήθηκα ποικιλόμορφα με τον κινηματογραφικό χώρο.
Επαγγελματικά η πρώτη αίθουσα που αναλάβαμε μαζί με την κόρη μου Σοφία, ήταν το 2015 το θερινό Σινε Αλεξάνδρα στο Χαλάνδρι.
Δ: Τι ήταν αυτό που σας έκανε να επενδύσετε στους θερινούς κινηματογράφους;
Μπ.: Επενδύουμε γενικότερα και σε κλειστές αίθουσες όπως CINOBO OΠΕΡΑ & CINOBO ΠΑΤΗΣΙΩΝ και σε θερινές όπως το CINE PARIS, ΣΙΝΕ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ, ΣΙΝΕ ΦΛΕΡΥ, ΣΙΝΕ ΚΗΠΟΣ και σύντομα CINOBO MASKOT και φυσικά ΣΙΝΕ ΠΑΝΘΕΟΝ. Θεωρώ ότι εμπειρία της ομαδικής θέασης μια ταινίας , είτε σε μια σκοτεινή κλειστή αίθουσα , ειτε σε ένα θερινό σινεμά με ανοιχτό ουρανό και πράσινο , είναι μοναδική και αναντικατάστατη.
Δ: Τι σημαίνει για εσάς ο θερινός κινηματογράφος;
Μπ.: Όμορφες βραδιές με εύκολες εξορμήσεις από την σκληρή καθημερινότητα , κοινωνικότητα και προσβάσιμη διασκέδαση, ψυχαγωγία, αλλά και ρομαντισμό
Δ: Τι ήταν αυτό που σας κέρδισε και σας οδήγησε στην απόφαση να αναλάβετε το Σινέ Πάνθεον;
Μπ.: Η επίμονη και γεμάτη όραμα πρόταση του Δήμαρχου Λάμπρου Μίχου, του Νίκου Βουρλιώτη και ο επαγγελματισμός που επέδειξαν σε ολες τις απαιτούμενες συνεννοήσεις. Θέλουν να δουν το θερινό σινεμά της περιοχής τους ξανά σε λειτουργία, αποτελώντας έναν πλεον αναβαθμισμένο χώρο προσέλευσης θεατών και ψυχαγωγίας των κατοίκων.
Δ: Τι ξεχωρίζετε περισσότερο σε αυτόν τον κινηματογράφο;
Μπ.: Το αμφιθεατρικό του σχήμα , που είναι σπάνιο και μοναδικό για θερινό.
Δ: Ποιο είναι το βασικό σας όραμα για το μέλλον του χώρου;
Μπ.: Ένα αναβαθμισμένο λειτουργικά, τεχνικά και αισθητικά σινεμά, το οποίο θα προφέρει ένα πολυσυλλεκτικό πρόγραμμα ταινιών, φιλόξενο και προσβασιμο σε ολο τον κόσμο.
Δ: Ποιες αλλαγές ή βελτιώσεις σχεδιάζετε;
Μπ.: Ανακαίνιση του χώρου και του κυλικείου, νέος εξοπλισμός ήχου και εικόνας, νέα τραπεζοκαθισματα.
Δ: Πώς φαντάζεστε το Σινέ Πάνθεον τα επόμενα χρόνια;
Μπ.: Να γίνει ένα τοποσημο για περιοχή και ευρύτερα . Στολίδι του Δήμου και αγαπημένος προορισμός όλων των κατοίκων της περιοχής.
Δ: Ποιο θεωρείτε ότι είναι το μεγαλύτερο στοίχημα αυτής της νέας προσπάθειας;
Μπ.: Να επανασυστήσουμε το Σινέ Πάνθεον στο κοινό, αναδεικνύοντας τις δυνατότητές του και σηματοδοτώντας τη μετάβασή του σε μια νέα εποχή, με αναβαθμισμένες υπηρεσίες και να πείσουμε το κοινό ότι περνά σε μια νέα εποχή, που σέβεται τους θεατές του και αποτελεί έναν αγαπημένο προορισμό για νέους, παιδιά, οικογένειες, συνταξιούχους και γενικότερα για όλο τον κόσμο.
