Τα Φροντιστήρια Παπαδέα σε Περιστέρι, Αιγάλεω και Χαϊδάρι κάνουν τη διαφορά στην εκπαίδευση.
Τα μέσα Ιουλίου μου θυμίζουν κάθε φορά, την χρονιά των Πανελληνίων. Είναι η περίοδος εκείνη που αποφασίζαμε μέσα μέσα μας, μαζί με την παρέα, ότι πρέπει για λίγο να σοβαρευτούμε, για να τα καταφέρουμε. Είναι τότε που τα θερινά μαθήματα προετοιμασίας για τις Πανελλαδικές Εξετάσεις έχουν ξεκινήσει και μαζί τους έρχονται και τα πρώτα διαγωνίσματα. Είναι η πρώτη φορά που νομίζεις ότι έχεις απέναντι σου το διαγώνισμα που θα εξεταστείς. Κι όμως εμένα, σε αντίθεση με αρκετούς συμμαθητές μου, η τελική εξέταση μου φάνηκε ρουτίνα.
Στα Φροντιστήρια Παπαδέα η διαδικασία της Γ’ Λυκείου ξεκινά αρκετά νωρίς και η δουλειά είναι τώρα που το σκέφτομαι εκ των υστέρων, πολύ επαγγελματική. Χώρια από το τεστ Επαγγελματικού Προσανατολισμού και τις συνεχείς προσωπικές συναντήσεις που μας έδειχναν το δρόμο, ακόμα και στους πιο αναποφάσιστους, η σχέση μας με τους καθηγητές και την Έυτυχία Παπαδέα ήταν ξεχωριστή. Τα τμήματα είναι ομοιογενή με μέριμνα για τον κάθε μαθητή ξεχωριστά, ενώ όλοι οι καθηγητές ξεχώριζαν και έμεναν στην λεπτομέρεια.
Από τα θερινά μαθήματα μέχρι και το φινάλε στις αρχές Ιουνίου ένιωθες ότι δεν ήσουν μόνος και σε μια τόσο επίπονη διαδικασία, αυτό είναι το πιο σημαντικό. Η πρόσβαση ήταν αρκετά εύκολη αφού και τα τρία φροντιστήρια (Περιστέρι, Αιγάλεω, Χαϊδάρι) βρίσκονται κοντά σε μετρό.
Το φροντιστήριο πέρα από την ειλικρινή στήριξη που παρείχε από την πρώτη στιγμή, μέχρι και λίγο πριν το τέλος με επιπλέον ώρες διδασκαλίας (χωρίς επιβάρυνση!) όπου χρειαζόταν αναγκαίο, ήταν όμως και ένας κόμβος γνωριμιών. Ακόμη και σήμερα κρατάω επαφές με τους υπόλοιπους και θυμόμαστε μερικά από όσα ζήσαμε τότε. Αν σκεφτούμε τις ώρες μακριά από το φροντιστήριο, αυτό που έμεινε στους περισσότερους ήταν η Ημέρα Πανεπιστημίου! Μια ημέρα το χρόνο, οι μαθητές είχαμε την ευκαιρία να παραυρεθούμε σε μαθήματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για να δούμε στην πράξη τι γίνεται εκεί, πριν την τελική μας απόφαση. Ωστόσο η επικοινωνία και η αλληλεπίδραση με μια μεγάλη κοινότητα δεν σταματούσε εκεί.
Στο φροντιστήριο βλέπαμε από μικρότερους μαθητές που είχαν γραφτεί στα μαθήματα μελέτης του δημοτικού και του γυμνασίου, μέχρι και σπουδαστές πληροφορικής. Εκείνοι προετοιμάζονταν για διάφορα πτυχία πληροφορικής, εμείς για τις Πανελλαδικές. Φυσικά μας έδιναν και εκείνοι τα φώτα τους, αφού πολλοί ήταν παλιοί μαθητές του φροντιστηρίου και ήξεραν κάτι παραπάνω.
Η σχέση με το φροντιστήριο όμως δεν θα ήταν η ίδια αν δεν ήταν εκεί η Ευτυχία Παπαδέα, η ιδιοκτήτρια. Είναι αρκετά πιθανό να την έχετε δει στα ΜΜΕ, όπου συχνά φιλοξενούνται οι θέσεις της, αφού εδώ και χρόνια γράφει τη δική της σελίδα στην ιστορία της ελληνικής εκπαίδευσης. Από το 1996 είναι Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Εκπαιδευτικών Φροντιστών Ελλάδας, οργάνου που εκπροσωπεί 150.000 εκπαιδευτικούς εργαζομένους στο φροντιστηριακό χώρο και αποτέλεσε την πρώτη εκπρόσωπο του φροντιστηριακού χώρου στην Ομοσπονδία Επιμελητηρίων Αττικής. Παράλληλα, η Ευτυχία Παπαδέα είναι μεταξύ άλλων, ιδρυτικό Μέλος της Κίνησης Φιλολόγων για την Επαναφορά των Αρχαίων ελληνικών, της Πανελλήνιας Ένωσης Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών, του Δικτύου Προστασίας για τα δικαιώματα των παιδιών και της Εκπαιδευτικής Αρωγής Νέων στα Αναμορφωτήρια. Οι 14.000 επιτυχόντες επιστήμονες κάθε κλάδου και οι 120 μαθητές που μπήκαν πρώτοι, στη σειρά εισαγωγής στη Σχολή τους στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, φέρουν αναμφίβολα και τη δική της υπογραφή.
Το Πρόγραμμα Σπουδών που αν κοιτάξεις γύρω είναι αρκετά οικονομικό ξεκινά σχεδιασμένο στην λεπτομέρεια από την πρώτη εκπαιδευτική ώρα και ολοκληρώνεται με την συμπλήρωση του Μηχανογραφικού Δελτίου. Στο ενδιάμεσο, καθηγητές με όρεξη, επαγγελματισμό, πολύτιμη διδακτική εμπειρία και επιστημονική κατάρτιση κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για να μας δείξουν ότι οι τελικές εξετάσεις, είναι τελικά άλλο ένα διαγώνισμα και το άγχος περισσεύει.
Ο Δήμος Αγίας Βαρβάρας συνεχίζει να επενδύει στην ενίσχυση της ψηφιακής ένταξης των πολιτών τρίτης ηλικίας, υλοποιώντας δράσεις που προάγουν τη γνώση και την εξοικείωση με τις νέες τεχνολογίες. Μέσα από στοχευμένα προγράμματα εκπαίδευσης, οι ηλικιωμένοι αποκτούν πολύτιμες δεξιότητες που τους επιτρέπουν να επικοινωνούν, να ενημερώνονται και να κινούνται με μεγαλύτερη ασφάλεια και αυτονομία στο σύγχρονο ψηφιακό περιβάλλον.
Το δελτίο τύπου του Δήμου
Οι ηλικιωμένοι μας μαθαίνουν δωρεάν ηλεκτρονικούς υπολογιστές και εξοικειώνονται με τα ψηφιακά μέσα.
Συνεχίζεται το Πρόγραμμα εκμάθησης και εξοικείωσης των ηλικιωμένων με τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών και άλλων ψηφιακών μέσων.
Τα μέλη μας πραγματοποιούν βιντεοκλήσεις με αγαπημένα τους πρόσωπα που βρίσκονται μακριά, στέλνουν μηνύματα με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μαθαίνουν να προστατεύονται από τις ψηφιακές απάτες, πραγματοποιούν διαδικτυακές συναλλαγές. Η δράση αυτή στοχεύει στην ανάπτυξη βασικών ψηφιακών δεξιοτήτων που χρειάζονται τα μέλη μας ώστε να συμμετέχουν με ασφάλεια και αυτοπεποίθηση στον σύγχρονο ψηφιακό κόσμο.
Τα μαθήματα πραγματοποιούνται στο Α ΚΑΠΗ του δήμου μας κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Πέμπτη από ειδικό εκπαιδευτή.
Δεκαέξι χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από την τραγωδία στη Marfin με τους 3 νεκρούς. Ήταν 5 Μαΐου του 2010 όταν, κατά τη διάρκεια μεγάλου αντιμνημονιακού συλλαλητηρίου, το κτίριο της τράπεζας Marfin στην οδό Σταδίου δέχθηκε επίθεση με μολότοφ. Εκείνη την ώρα στην τράπεζα βρίσκονταν περίπου 25-30 εργαζόμενοι.
Οι περισσότεροι κατόρθωσαν να διαφύγουν, πέντε εργαζόμενους διέσωσε η πυροσβεστική, ωστόσο τρεις άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Πρόκειται για την 35χρονη Παρασκευή Ζούλια, τον 36χρονο Επαμεινώνδα Τσακάλη και την 32χρονη έγκυο στο πρώτο της παιδί, Αγγελική Παπαθανασοπούλου.
Η 35χρονη Παρασκευή εντοπίστηκε από την Πυροσβεστική στον δεύτερο όροφο του κτιρίου, η 32χρονη Αγγελική, η οποία ήταν έγκυος βρέθηκε κοντά στην μπαλκονόπορτα και ο 36χρονος Επαμεινώνδας εντοπίστηκε στις σκάλες μεταξύ του πρώτου και δεύτερου ορόφου.
Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή Φίλιππο Κουτσάφτη «ο καπνός και τα τοξικά αέρια από την καύση των πλαστικών και χαρτικών τους σκότωσαν σχεδόν αμέσως. Απώλεσαν τις αισθήσεις τους και λίγο μετά πέθαναν». Όταν βρέθηκαν είχαν τα στόματά τους ανοιχτά και τα πρόσωπά τους ήταν μαύρα από τον καπνό. Φαίνεται πως είχαν προσπαθήσει να βγουν από το εσωτερικό του κτιρίου από την πόρτα της ταράτσας, η οποία όμως δεν άνοιγε.
Συγκλονίζουν οι περιγραφές: «Φώναζαν “κάψτε τους”»
«Εγώ ήμουν στο παράθυρο που βλέπετε και ξαφνικά τρία άτομα με κουκούλες άρχισαν να σπάνε και να πετάνε μολότοφ. Σε δευτερόλεπτα το κτίριο λαμπάδιασε», είχε περιγράψει ο πρώην εργαζόμενος στην τράπεζα, Αλέξανδρος Νικολόπουλος μιλώντας στον ΑΝΤ1. Η Άντζυ Τριανταφύλλου βρισκόταν στον δεύτερο όροφο του κτιρίου.
«Ξαφνικά ακούσαμε από το ισόγειο: “παιδιά καιγόμαστε” και ανέβαιναν όλοι προς τα πάνω. Στο πατάρι, θα πεθαίναμε σαν τα ποντίκια, δεν υπήρχε διέξοδος. Ο καθένας προσπαθούσε να σώσει τον εαυτό του, οι καπνοί τόσο πυκνοί δεν βλέπαμε στο μισό μετρό. Δεν είχαμε πειράξει κανέναν, είχαμε έρθει να δουλέψουμε για το μεροκάματο», σημείωσε η Άντζυ Τριανταφύλλου.
Ο Αλέξανδρος Νικολόπουλος ήταν ο μοναδικός εργαζόμενος που κατάφερε να βγει από την είσοδο του κτιρίου. Οι υπόλοιποι πηδούσαν από τα μπαλκόνια. Δεν θα ξεχάσει ποτέ τους κουκουλοφόρους που φώναζαν: «Κάψτε τους». «Τα δευτερόλεπτα αυτά δεν θα τα ξεχάσω. Μας πετούσαν πέτρες και φώναζαν: “να καείτε όλοι”».
Ένας εκ των μαρτύρων, που βρισκόταν στο πατάρι του ΙΑΝΟΥ, κατέθεσε πως είδε να σπάνε την τζαμαρία της τράπεζας και μετά «έναν ψηλό μελαχρινό που πέταξε μέσα την μολότοφ». Όπως είπε ο μάρτυρας, «οι άλλοι τον τράβηξαν και του είπαν “τι κάνεις ρε μ….”, πράγμα που σημαίνει ότι δεν ήθελαν να κάψουν την τράπεζα. Όπως τον τραβούσαν, σηκώθηκε η μπλούζα του και φάνηκε σώμα νέου». Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης πως αρκετοί από τους διαδηλωτές και ενώ η τράπεζα φλεγόταν και οι υπάλληλοι της είχαν βγει στο μπαλκόνι, τους φώναζαν «να καείτε ρε π@@@@».
Ο τότε υπεύθυνος του βιβλιοπωλείου, κατέθεσε μεταξύ άλλων, πως λίγο πριν δεχθούν την βομβιστική επίθεση άκουσε κάποιον να φωνάζει «κάψτε το μαγαζί του Τσοχατζόπουλου», ενώ όπως είπε είδε δύο από την “οργανωμένη” ομάδα των δραστών, μετά από εντολή που έδωσε κάποιος, κινήθηκαν απέναντι προς την MARFIN: «Η τράπεζα δεν μπορούσε να έχει ρολά, ήταν νεοκλασικό το κτίριο, οι άνθρωποι ήταν απροστάτευτοι. Έριξαν μέσα ένα ογκώδες αντικείμενο. Μόλις το είδα είπα:” πω, πω, θα τους κάψουν σαν ποντίκια». Σε δευτερόλεπτα έγινε μετά η επίθεση σε μας. Κάποιος έσπασε την βιτρίνα με σφυρί… Αυτοί δεν είχαν καμία σχέση με την ομάδα της MARFIN . Αυτοί που επιτέθηκαν σε εμάς, εμφανίσθηκαν από το πεζοδρόμιο. Έριξαν δυο μολότοφ πήραμε αμέσως τους πυροσβεστήρες. Τότε εμφανίστηκε και άλλο άτομο και απευθυνόμενος προς εμένα είπε θα σε κάψω. Ό, τι μπορέσαμε να καταλάβουμε, γιατί φορούσε μάσκα. Προσπάθησε να τον απωθήσει ένας εργαζόμενος, αλλά εκείνη την ώρα ξεβιδώνει το μπουκάλι που κρατούσε… Μετά πέταξε υλικό στην ξύλινη σκάλα του καταστήματος».
«Εκείνη την ώρα έλεγες “ή θα σωθώ, ή το επόμενο δίλεπτο δεν θα έχω ανάσα”»
Η Μαρία Καραγιάννη, η οποία είναι το τελευταίο άτομο που έβγαλαν οι πυροσβέστες από το κτίριο, περιέγραψε τις στιγμές τρόμου που βίωσε εκείνη την ημέρα.
«Ήμουν στο υπόγειο και άκουσα πολύ δυνατούς κρότους από ισόγειο του κτηρίου και γυαλιά να σπάνε. Κλειδώσαμε το θησαυροφυλάκιο, και πήρα το 100 από το τηλέφωνο του υπογείου. Με ρωτούσαν “πόσοι είστε στο κτίριο; πόσοι είναι οι επιτιθέμενοι;”. Τους έλεγα “δεν βλέπω από τους καπνούς”. Προσπάθησα να πάρω την πυροσβεστική αλλά δεν λειτουργούσε πια το τηλέφωνο. Από το φόβο μου κινούμενη γρήγορα πήρα δυστυχώς το ασανσέρ για να πάω στον 3ο όροφο όπου ήξερα ότι υπήρχαν παράθυρα».
Όταν έφτασε εκεί, υπήρχε πανζουρλισμός, όπως λέει. «Οι συνάδελφοι ήταν στρυμωγμένοι σε ένα διαδρομάκι μικρό για να βρουν διέξοδο από ένα δωμάτιο που λειτουργούσε ως αποθήκη. Εκεί ήταν ένα κλουβί για τις μονάδες κλιματισμού. Από ό,τι έμαθα ο Ηλίας ο συνάδελφός μας έσπασε με όλες του τις δυνάμεις αυτή την καταπακτή και σιγά-σιγά βοηθώντας ο ένας τον άλλο βγήκαμε σε ένα μπαλκόνι 1Χ2 με κάτι λόγχες και σκαρφάλωναν τα κακόμοιρα για να ανέβουν σε ένα ελενίτ και να βγουν στη Χρήστου Λαδά».
Στην συνέχεια, πήγε στο κεντρικό μπαλκόνι της Σταδίου, αφού είχε αντιληφθεί έναν συνάδελφο στο σημείο, «που μιλούσε στο τηλέφωνο και ήθελα το κινητό αυτό για να πάρουμε κάποιον να του πούμε ότι κινδυνεύουμε. Δεν θυμάμαι αν κατάφερα να περιγράψω την κατάσταση και μετά από λεπτά το απόλυτο χάος. Να φυσάει ο καπνός, να μην βλέπουμε αν μπορούμε να πάμε στο διπλανό κτίριο. Δεν βλέπαμε πού να πατήσουμε. Τρεις από τους πέντε που ήμασταν στο μπαλκόνι κατάφεραν με κίνδυνο της ζωής τους από ένα μικρό περβάζι να περάσουν στο μπαλκόνι του διπλανού κτιρίου».
«Εμείς οι δύο οι τελευταίες που μείναμε στο μπαλκόνι, δεν βλέπαμε, είχε πυκνώσει ο καπνός, δεν μπορούσες να αναπνεύσεις. Σκεφτόμουν ότι στην επόμενη ανάσα δεν θα μπορέσω. Όλη αυτή η για 40 λεπτά… Να λέω “πού είναι η πυροσβεστική;” Ζούσαμε τον απόλυτο τρόμο για 40 λεπτά, εκεί το υπολογίζω. Εκείνη την ώρα έλεγες ή θα σωθώ ή το επόμενο δίλεπτο δεν θα έχω ανάσα και θα πέσω κάτω. Ήταν τραγικές οι στιγμές, ο απόλυτος τρόμος, παράνοια. Εμένα με έβγαλαν τελευταία οι πυροσβέστες από το εσωτερικό του κτηρίου. Ήταν τέτοια η ένταση της φωτιάς που τα πάντα στο κτίριο ήταν σαν να έχει γίνει βομβαρδισμός. Πατούσες συντρίμμια. Τις επόμενες ημέρες είδαμε ότι είχαν σπάσει τα μάρμαρα από τη σκάλα πιθανολογώ από την θερμοκρασία» συνέχισε η εργαζόμενη της τράπεζας.
Για τα τελευταία λεπτά πριν την έξοδο από το κτίριο είπε: «Μου έβαλαν μια αντιασφυξιογόνα μάσκα, ένα μπουφάν στην πλάτη και φωτίζοντας τον δρόμο που μπορούσα να περπατήσω, υποβασταζόμενη κατάφερα να με κατεβάσουν κάτω».
Ως ύποπτος για τον εμπρησμό της τράπεζας συνελήφθη ένα άτομο (Θ.Σ.), το οποίο παραπέμφθηκε σε δίκη για τα εγκλήματα της «ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως τελεσθείσας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κατά συναυτουργία και κατά συρροή τετελεσμένης και εν αποπείρα, της εκρήξεως εκ της οποίας επήλθε θάνατος και κίνδυνος για ανθρώπους και ξένα πράγματα, της κατασκευής και κατοχής εκρηκτικής βόμβας και της απρόκλητης φθοράς ξένης περιουσίας διά εκρήξεως από πρόσωπο που είχε καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του». Το βούλευμα αναφέρει ότι υπήρχαν και άλλα δύο άτομα αυτουργοί του εμπρησμού, τα οποία είναι άγνωστα. Ταυτόχρονα παραπέμφθηκε σε δίκη ένα ακόμα πρόσωπο για τον εμπρησμό στο βιβλιοπωλείο “Ιανός”.
Έπειτα από πολλές αναβολές, η δίκη ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 2016 χωρίς κάποιος από τους αυτουργούς του εμπρησμού να έχει καταδικαστεί. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος αυτοχαρακτηρίζεται αναρχικός, κρίθηκε ομόφωνα αθώος από το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών «ελλείψει ικανών ενδείξεων ενοχής». Αυτόπτες μάρτυρες κατέθεσαν στη δίκη ότι ο εμπρησμός έγινε από ομάδα που είχε δομή και ήταν συντεταγμένη. Πυροσβέστες κατέθεσαν ότι κάποιοι διαδηλωτές τους εμπόδιζαν να προσεγγίσουν ενώ άλλοι προσπαθούσαν να τους απομακρύνουν, αλλά γενικά το μεγάλο πλήθος των διαδηλωτών τους διευκόλυνε να φτάσουν στο υποκατάστημα.
Σε άλλη δίκη που ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 2013 κρίθηκαν ένοχοι ο διευθύνων σύμβουλος της Marfin, ο υπεύθυνος ασφαλείας του κτιρίου και η διευθύντρια του καταστήματος για φόνο εξ αμελείας τριών υπαλλήλων, για σωματικές βλάβες άλλων 21 υπαλλήλων και για πολλαπλές παραλείψεις στα μέτρα πυρασφάλειας και στην εκπαίδευση του προσωπικού. Τα τρία στελέχη της τράπεζας καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης, οι δύο πρώτοι 22 ετών και η διευθύντρια του καταστήματος πέντε ετών και ενός μήνα.
Ο διακινητής ναρκωτικών είναι σεσημασμένος για βιασμό, κλοπές, απείθεια, παραβάσεις του νόμου περί όπλων, και έξι υποθέσεις ναρκωτικών από το 2014 μέχρι σήμερα.
Ενας 30χρονος από την Αλβανία ο οποίος είχε κατηγορηθεί για την υπόθεση ανθρωποκτονίας του αστυνομικού Γιώργου Λυγγερίδη στις 7 Δεκεμβρίου 2023 στου Ρέντη, είναι ανάμεσα στους τέσσερις συλληφθέντες σπείρας που διακινούσε κάνναβη και βραστή κοκαΐνη στην Αγία Βαρβάρα και άλλες περιοχές της Δυτικής Αττικής.
Ο διακινητής ναρκωτικών είναι σεσημασμένος για βιασμό, κλοπές, απείθεια, παραβάσεις του νόμου περί όπλων, και έξι υποθέσεις ναρκωτικών από το 2014 μέχρι σήμερα.
Οι αστυνομικοί αξιοποίησαν πληροφορίες που ανέφεραν ότι ο 30χρονος και οι συνεργοί του διακινούσαν ναρκωτικά με σημείο πώλησης διαμέρισμα στην περιοχή της Αγίας Βαρβάρας. Το απόγευμα της Πέμπτης συνελήφθησαν δύο από τους κατηγορούμενους στον Κορυδαλλό γιατί κατείχαν συσκευασίες με ποσότητες ακατέργαστης κάνναβης και βραστής, που είχαν προμηθευτεί λίγο νωρίτερα από τον 30χρονο και τον 27χρονο υπαρχηγό του. Ακολούθησαν οι συλλήψεις του αρχηγού και του υπαρχηγού στο διαμέρισμα της Αγίας Βαρβάρας.
Πέρα από το βαρύ ποινικό παρελθόν του 30χρονου, και ο 27χρονος είχε κατηγορηθεί για συμμετοχή σε συμμορία που διέπρατταν ληστείες και παράνομη οπλοκατοχή και οπλοφορία. Ένα 34χρονο μέλος της συμμορίας είχε συλληφθεί το 2011 ως μέλος εγκληματικής οργάνωσης που μετέφερε ακατέργαστη κάνναβη από την Ελλάδα, με φορτηγά αυτοκίνητα, προς χώρες της δυτικής Ευρώπης. Τότε είχαν κατασχεθεί περίπου 2 τόνοι ακατέργαστης κάνναβης. Επίσης, έχει κατηγορηθεί για ανθρωποκτονία με πρόθεση, ληστεία και πολλές φορές για κλοπή.